ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ

Πηγή Ζωής

ΑΡ. ΦΥΛΛΟΥ 53  – 1 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ  2002

ΙΕΡΟΣ  ΝΑΟΣ 

ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ ΒΑΡΕΙΑΣ

 

ΤΟ ΑΔΙΑΛΥΤΟ ΧΕΡΙ

Ο μακαριστός, Αγιορείτης Γέροντας π. Γαβριήλ Διονυσιάτης σ’ ένα βιβλίο του αναφέρει τα εξής:

Είναι βαρύ αμάρτημα η ιεροκατηγορία και ο χλευασμός των λειτουργών της Εκκλησίας μας.

Κατά την μακρά περίοδο (70 χρόνια),που έζησα στον ευλογημένο αυτό τόπο, στο Άγιο Όρος, είδα πολλές τιμωρίες εξ αιτίας αυτής της αμαρτίας. είδα και σε ένα χειρόγραφο, στην βιβλιοθήκη της Μονής μας, την εξής διήγηση:

 Σ’ ένα χωριό, ένας γέροντας ιερέας, ενώ ήταν σε όλα τα άλλα καλός και ιδιαίτερα φιλακόλουθος, υπέπιπτε στο πάθος της μέθης. Όταν έβγαινε από την Εκκλησία, κατευθυνόταν από το πάθος του προς τα καφενεία. Εκεί, μετά από 2-3 ποτηράκια αλκοόλ, έχανε τον εαυτό του. Ζαλιζόταν. Συναισθανόμενος όμως την θέση του, σηκωνόταν και τρι­κλίζοντας έπαιρνε τον δρόμο για το σπίτι του. Σ’ αυτόν τον δρόμο όμως είχε ο αδελφός του κατά­στημα. Και όταν τον έβλεπε να περνάει σε τέτοια κατάσταση, έβγαινε στην πόρτα του μαγαζιού του, και όχι από λύπη, αλλά μάλλον από ευθιξία, τον εφασκέλωνε από πίσω με το δεξί του χέρι ( τον εμούτζωνε, όπως λέμε).

     Μετά από λίγο καιρό συνέπεσε να πεθάνει ο εύθικτος αυτός αδελφός του ιερέως. Όταν ύστερα από τρία χρόνια άνοιξαν τον τάφο του για την ανακομιδή, βρήκαν το δεξί του χέρι άλυτο. Τον ξανάθαψαν και μάλιστα σε άλλο σημείο. Αλλά πάλι βρέθηκε το δεξί του χέρι ακέραιο. Τότε με συμβουλή του άλλου εφημερίου ιερέως, επήραν το αδιάλυτο χέρι και το εξέθεσαν στον νάρθηκα του ναού, για να τον συγχωρήσουν οι συγχωριανοί του, για τυχόν λιποβαρή ζυγίσματα ή άλλες αδικίες, συνηθισμένες σ’ όσους ασχολούνται με το εμπόριο. Αλλά και πάλι, μετά από άλλο ένα έτος επανενταφιασμού, βρέθηκε το χέρι αδιάλυτο.

     Τότε, κατά θεία νεύση­ ένας άλλος έμπορος, που είχε το κατάστημά του απέναντι, ανέφερε στον εφημέριο το γεγονός του καθημερινού φασκελώματος και του χλευασμού του γέροντα ιερέα από τον αδελφό του. Οπότε κατάλαβε ο καλός εκείνος ιερέας, ποία ήταν η αιτία. Και αφού προσκάλεσε τον γέροντα συλλειτουργό του, τον παρώτρυνε, να κάνει τρισάγιο και να διαβάσει πάνω από το αδιάλυτο χέρι την συγχωρητική ευχή.

      Και μόλις αυτό έγινε, αμέσως τα σαρκώδη μέρη του άλυτου χεριού δελύθησαν και έμειναν τα οστά  γυμνά.

      Χρειάζονται σχόλια; Η όποια κατάκριση, τα σχόλια, οι ιεροκατη­γορίες, οι χειρονομίες εις βάρος ιερέων, είναι πολύ μεγάλες αμαρτίες.

            Γιατί οι ιερωμένοι είναι λειτουργοί του Κυρίου, Χριστοί Κυρίου.

            Και ο Θεός λέγει:

            Μη άπτεσθε των χριστών μου. Και εν τοις προφήταις μου μη πονηρεύεσθε.

«ΔΙΔΑΞΟΝ ΜΕ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΣΟΥ»

Αρχιμ. ΣΑΒΒΑ ΔΗΜΗΤΡΕΑ

 

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΙΕΡΕΑ

         Όταν εισερχόμενοι στον Ιερό Ναό συναντηθούμε με τον Ιερέα, τον χαιρετούμε εκκλησιαστικά, (όχι κοσμικά). Κάνουμε μικρή μετάνοια (υπόκλιση) χωρίς να κάνουμε το σταυρό μας, λέγοντας «Ευλόγησον Πάτερ» η «την ευχή σου Πάτερ» (η Δέσποτα, εάν είναι Επίσκοπος) η «Ευλογείτε» και φιλούμε το χέρι του. (Τα ίδια ισχύουν και σε περίπτωση πού συναντήσουμε γνωστό μας Ιερέα στο δρόμο). Και αυτός απαντά ευλογώντας μας: «Ευλογία Κυρίου» η «του Κυρίου» η «ο Κύριος». Μετά το διάλογο, υποχωρώντας (οπισθοβατώς) πράττουμε και λέγουμε ό,τι και κατά την αρχική συνάντηση.

Πρεσβ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΟΓΛΟΥ

 

Ο απλοικός Ιερέας

     Ένας επίσκοπος κάποτε, περιοδεύοντας τα χωριά της επαρχίας του, έφτασε σ’ ένα πολύ μακρινό χωριουδάκι. Ζήτησε να δει τον ιερέα. Ύστερα από αρκετή ώρα παρουσιάστηκε μπροστά του ένας απλοϊκός χωρικός, που μόλις είχε γυρίσει από το χωράφι και φορούσε τα ρούχα της δουλειάς. Ήταν ο ιερέας του χωριού! Ο επίσκοπος δεν έμεινε ικανοποιημένος. Ήθελε πιο ευπαρουσίαστο τον λειτουργό του Υψίστου.

     Η άλλη μέρα ήταν Κυριακή. Ο ιερέας ετοιμάστηκε να λειτουργήσει κι ο επίσκοπος δεν τον άφηνε από τα μάτια του. Ήθελε να τα παρακολουθήσει όλα. Θα έβρισκε ίσως πολλά σφάλματα στον αγροίκο εκείνο χωρικό.

     Παράδοξο όμως! Από τη στιγμή, που άρχισε η θεία λειτουργία, ο ιερέας κυκλώθηκε από μια θεϊκή φλόγα που τον θέρμαινε και τον λάμπρυνε χωρίς να τον καίει! Κι αυτό κράτησε ως το τέλος της λειτουργίας. Αφού μοίρασε ο  ιερέας το αντίδωρο στους χωρικούς, τον φώναξε ο επίσκοπος στο άγιο βήμα και πέφτοντας στα γόνατα, του ζήτησε να τον ευλογήσει. Ο ταπεινός κληρικός σάστισε.

      -Πώς είναι δυνατόν ο ανώτερος να ευλογηθεί από τον κατώτερό του; Εσύ ευλόγησέ με, άγιε δέσποτα.

      -Αδύνατον να ευλογήσω εκείνον που στέκεται μέσα σε θεϊκή φλόγα και προσφέρει την αναίμακτη θυσία. «Το έλαττον υπό του κρείττονος ευλογείται».

     -Υπάρχει τάχα, άγιε δέσποτα, επίσκοπος ή πρεσβύτερος ή και διάκονος ακόμη, που να πλησιάζει το άγιο θυσιαστήριο και να μην περικυκλώνεται από ουράνιο φως; είπε με απορία ο απλοϊκός ιερέας.

        Τι ν’ απαντήσει ο επίσκοπος σ’ εκείνον που έβλεπε το υπερφυσικό σαν το φυσικώτερο πράγμα του κόσμου.  Θαύμασε την καθαρότητα της καρδιάς του κι έφυγε από το μικρό χωριό ωφελημένος.­

ΧΑΡΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΧΑΡΙΣΜΑΤΟΥΧΟΙ

Εκδ. Ι.Μ. ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ