ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ

Πηγή Ζωής

ΑΡ. ΦΥΛΛΟΥ 51  – 3 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ  2002

ΙΕΡΟΣ  ΝΑΟΣ 

ΖΩΟΔΟΧΟΥ ΠΗΓΗΣ ΒΑΡΕΙΑΣ

 

ΤΟ ΚΕΡΙ

     Η πιο  απλή και πιο συνηθισμένη ενέργεια του κάθε Χριστιανού, μπαίνοντας στην Εκκλησία, είναι να ανάβει ένα κερί.

     Όμως η ενέργεια αυτή δεν είναι τόσο απλή. Είναι κάτι, από το οποίο ο Χριστιανός πρέπει να διδάσκεται και να ωφελείται πνευματικά. Τίποτε δεν γίνεται στην Εκκλησία άσκοπα. Τίποτε δεν είναι περιττό. Τίποτε δεν είναι υπερβολικό. Τίποτε δεν είναι ξερός τύπος. Τίποτε δεν είναι χωρίς σημασία και νόημα. Όλα συντελούν, στο  να γίνεται η προσκύνηση του Θεού «εν πνεύματι και αληθεία», όπως είπε ο Χριστός στην Σαμαρείτιδα.

     Έτσι και το άναμμα του κεριού  έχει νόημα. Και δεν πρέπει να γίνεται μηχανικά από τον Χριστιανό.

      Ανάβοντας το κερί δεν προσφέρομε... φως στον Χριστό! Δεν το ανάβομε, για να βλέπει ο Χριστός! Δεν έχει ανάγκη ο Χριστός... τα δικά μας φώτα! ΕΜΕΙΣ έχομε ανάγκη από το φως του Χριστού! ΕΜΕΙΣ χρειαζόμαστε φως, για να ιδούμε. Τι να ιδούμε; Να ιδούμε ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ! Αυτός είναι η πηγή του αληθινού Φώτος! Μόνο από Αυτόν  μπορεί να φωτισθεί η  ψυχή μας! Και γι’ αυτό ανάβομε το κερί: Για να Τον παρακαλέσουμε να μας φωτίσει με το φως του Προσώπου Του. «Εν τώ φωτί Σου οψόμεθα φώς»!

      Το άναμμα του  είναι αφορμή, να εκφράσει ο πιστός την ευγνωμοσύνη του στον Χριστό γιατί τον αξίωσε να γνωρίσει το ΦΩΣ το ΑΛΗΘΙΝΟ και τον ελευθέρωσε από το θανατηφόρο σκοτάδι της άγνοιας του θελήματος του Θεού από το σκοτάδι της αμαρτίας. Το φως του κεριού είναι μία υπόμνηση του λόγου του Χριστού: «Εγώ ειμί το φώς του κόσμου ο ακολουθών εμοί ού μή περιπατήση έν τη σκοτία, άλλ’ έξει το φώς τής ζωής» ('Ιω. 8,Ι2). Μακριά από το Χριστό και έξω από την Εκκλησία υπάρχει ΣΚΟΤΑΔΙ. Και «ο περιπατών έν τή σκοτία, ούκ οίδε που υπάγει»...

    Το άναμμα του κεριού είναι ακόμη σύμβολο της προσευχής μας μέσα στην Εκκλησία. Όπως το κερί καίει συνεχώς, χωρίς διαλείμματα, και σκορπίζει το ιλαρό του φως, έτσι ασταμάτητα και με αμείωτη ένταση πρέπει να ενεργείται η προσευχή στις καρδιές μας κατά την παραμονή μας μέσα στην Εκκλησία. Ανάβοντας το κερί στο μανουάλι, πρέπει να ανάβει μέσα μας ο ζήλος, να προσευχηθούμε αληθινά χωρίς άσκοπη περιφορά των οφθαλμών μας εδώ κι εκεί χωρίς κουβεντούλα με τους άλλους, που σαν ορμητικό ρεύμα αέρος σβήνει την τρεμάμενη φλογίτσα της προσευχής μας...

     Το αναμμένο κεράκι μας, τέλος υποδηλώνει κάτι πολύ βαθύ και σημαντικό. Το κερί, όσο είναι αναμμένο, λειώνει. Δεν είναι δυνατόν να καίει και να φωτίζει, χωρίς να λειώνει! Έτσι και ο Χριστιανός, ΓΙΑ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΦΩΣ, που λάμπει «έμπροσθεν των ανθρώπων» προς δόξα του ονόματος του Θεού, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙ ΠΝΕΥΜΑ ΘΥΣΙΑΣ. Χωρίς κόπο και προσφορά θυσίας, δεν μπορεί να υπάρξει φως, που καταλάμπει και διαλύει τα ποικίλα σκοτάδια τον κόσμου.

     Το αναμμένο κερί είναι μία μικρή θυσία. Θυσία δοξολογίας. Θυσία αινέσεως. Θυσία ικεσίας. Σε Εκείνον που είναι το Φως του Κόσμου, στον Χριστό και στους αγίους Του. Που και αυτοί έγιναν φως, και οδηγοί του κόσμου.

    Με αυτούς τους λογισμούς πρέπει να ανάβει o  Χριστιανός το κερί του, εφ’ όσον θέλει νά μην είναι δούλος τύπων, αλλά να χρησιμοποιεί τους «τύπους», για να ανεβάζει ΝΟΥ και ΚΑΡΔΙΑ στον Θεό.

΄΄ΔΙΔΑΞΟΝ ΜΕ ΤΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΣΟΥ΄΄

Αρχιμ. Σάββα Δημητρέα

 

 Η  ΘΕΣΗ  ΠΟΥ  ΘΑ  ΣΤΑΘΟΥΜΕ  ΣΤΟ  ΝΑΟ

 

      Μετά την προσκύνηση ων Αγίων εικόνων, αθόρυβα, χωρίς να ομιλούμε, χωρίς να χαιρετούμε ή πολύ χειρότερα, χωρίς ν’ ασπαζόμαστε τους γνωστούς που βλέπουμε μέσα στο Ναό, πηγαίνουμε και καταλαμβάνουμε μια θέση.

      Εάν έχουμε ορθό εκκλησιαστικό φρόνημα, που είναι φρόνημα ταπεινό, με συναίσθηση της αναξιότητας και αμαρτωλότητας μας, δεν ψάχνουμε να βρούμε μια θέση στην πρωτοκαθεδρία. Το ταπεινό φρόνημα μας κάνει να θέλουμε να κρυφτούμε πίσω από τους άλλους και όχι να πιάσουμε μια θέση μπροστά, από τις πρώτες. Εάν την ώρα αυτή που μπαίνουμε στο Ναό συμπέσει να διαβάζεται ο Εξάψαλμος του "Όρθρου ή το Ευαγγέλιο, σταματάμε την κίνηση μας στην είσοδο του κυρίως Ναού. Από τη θέση αυτή παρακολουθούμε την ανάγνωση και μετά το πέρας συνεχίζουμε την κίνηση μας. Έτσι πρέπει από σεβασμό προς τις ιερές αυτές αναγνώσεις. Αργότερα στη Μεγάλη Είσοδο, δεν γονατίζουμε, διότι τα Τίμια Δώρα δεν έχουν ακόμη καθαγιαστεί γονατίζουμε μόνο στα προηγιασμένα. Στη Θ. Κοινωνία από το «Μετά φόβου...» μέχρι το «Πάντοτε νυν και αεί και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν», επειδή ο Χριστός ευρίσκεται μπροστά μας, στην Ωραία Πύλη και κοινωνούν οι πιστοί, δεν είναι σωστό να καθόμαστε. Στεκόμαστε όρθιοι, όσοι και αν είναι οι μεταλαμβάνοντες. Ας κουραστούμε λίγο. Για το σεβασμό μας αυτό, ο Θεός θα μας ευλογήσει περισσότερο.

      Εάν κάνει ζέστη, δεν χρησιμοποιούμε «βεντάλια». Είναι άσεβές, ενοχλητικό και δείχνει πρόσωπα με έλλειψη υπομονής και θυσίας. Δεν αναστενάζουμε, ούτε βγάζουμε άναρθρες κραυγές. Δεν σιγοψάλλουμε, διότι είναι ενοχλητικό για τους διπλανούς μας. Δεν επαναλαμβάνουμε (μερικές μάλιστα φορές προτρέχοντας), τα λόγια του Ιερέα, (είναι επίδειξη ή λανθάνων εγωισμός...). Δεν κάνουμε κάθε τόσο μετάνοιες, ούτε συνεχή σταυροκοπήματα (αυτά είναι προτιμότερο να τα κάνουμε στο σπίτι μας, όπου κανείς δεν μας παρεξηγεί και κανένα δεν ενοχλούμε). 

       Όταν φέρνουμε στο Ναό τις προσφορές μας (πρόσφορα, λάδι κ.λπ.) δεν κάνουμε θόρυβο, ιδιαίτερα με τις πλαστικές σακούλες, οι όποίες αναδιπλούμενες είναι (για τούς άλλους) πολύ ενοχλητικές. Εάν φθάσουμε στο Ναό καθυστερημένα, είναι προτιμότερο να τα παραδίνουμε στους υπεύθυνους μετά την Ακολουθία.

«ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ»

Πρεσβ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΚΟΥΓΙΟΥΜΤΖΟΓΛΟΥ

 

ΓΛΩΣΣΑΡΙ

Βασκανία: Το μάτιασμα του ολιγόπιστου από ανθρώπους οι οποίοι επηρεάζουν με λόγια, με έργα ή με τη σκέψη τούς συνανθρώπους τους, επικαλούμενοι αντίθεες-σατανικές δυνάμεις. Η Εκκλησία παραδέχεται τη δυνατότητα αυτών των ανθρώπων να βασκάνουν συνανθρώπους τους, έχει ειδική ευχή την οποία διαβάζουν οι Ιερείς (δεν είναι καλό να διαβάζεται από λαϊκούς) και τονίζει ότι όσοι μετέχουν στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας (Εξομολόγηση-Θεία Κοινωνία) δεν προσβάλλονται, διότι είναι δυνατοί τους προστατεύει ο παντοδύναμος Θεός (μόνο οι αδύνατοι οργανισμοί προσβάλλονται σε περίπτωση επιδημίας π.χ. γρίπης).

Βήλον: Το βυσσινί ή κεραμιδί υφασμάτινο καταπέτασμα που κρέμεται στην Ωραία Πύλη του Ιερού και χωρίζει μαζί με τα βημόθυρα το Άγιο Βήμα από τον κυρίως Ναό.