|

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
- ΒΙΒΛΟΣ
ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ
Ο ΥΠΗΡΕΤΗΣ ΞΕΚΙΝΑ
Τότε ο
υπηρέτης πήρε δέκα καμήλες από το κοπάδι του Αβραάμ, μια και φρόντιζε για
όλο το βίος του αφέντη του, και ξεκίνησε.
Πήγε στη Μεσοποταμία και έφτασε στην πόλη του Ναχώρ. Έβαλε τις καμήλες να
γονατίσουν έξω από την πόλη κοντά σ' ένα πηγάδι, καθώς βράδιαζε και έρχονταν
εκεί γυναίκες να βγάλουν νερό και να γεμίσουν τα σταμνιά τους.
Ύστερα προσευχήθηκε μ' αυτά τα λόγια:
"Κύριε, θεέ του αφέντη μου, του Αβραάμ, κάνε να πάνε όλα καλά απόψε και
δείξε έλεος στον κύριο μου. Να, εγώ στέκομαι πλάι στο πηγάδι και οι
θυγατέρες των κατοίκων αυτής της πολιτείας έρχονται να πάρουν νερό. Κάνε
λοιπόν, ώστε η κοπέλα που θα της ζητήσω νερό και θα μου δώσει να πιω, αλλά
θα δώσει και στις καμήλες μου να πιουν, αυτή να είναι η γυναίκα που διάλεξες
για τον Ισαάκ. Απ' αυτό θα καταλάβω ότι έδειξες έλεος στον κύριο μου".
Δεν είχε αποσώσει καλά καλά τα λόγια του και φάνηκε μπροστά του μια κοπέλα.
Ήταν η
Ρεβέκκα, που ο πατέρας της ήταν αδερφός του Ναχώρ. Κρατούσε το σταμνί στον
ώμο της και ήταν πολύ όμορφη.
Η κοπέλα προχώρησε, έβγαλε νερό και γέμισε το σταμνί της.
|