|
ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ - ΒΙΒΛΟΣ ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ ΟΙ ΥΠΟΣΧΕΣΕΙΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΣΤΟΝ ΑΒΡΑΑΜ Στη χώρα Χαρράν, ζούσε ένας άνθρωπος που λεγόταν Αβραάμ. Ήταν γιος του Θάρρα, απογόνου του Σημ. Ο Θάρρα και η οικογένεια του είχαν γυρίσει στη Χαρράν, αφού έζησαν στην Ουρ. Μια μέρα, ο θεός είπε στον Αβραάμ: "Άφησε την πατρίδα σου και το πατρικό σου σπίτι και πήγαινε σε μια χώρα που θα σου δείξω εγώ. Από τους απογόνους σου θα γίνει ένα μεγάλο έθνος, θα σ' ευλογήσω και θα κάμω να δοξαστεί το όνομα σου". Ο Αβραάμ, που ήταν άνθρωπος καλής ψυχής και πίστευε στο θεό, συμμορφώθηκε αμέσως σ' αυτό το πρόσταγμα. Ήταν εβδομήντα πέντε χρόνων, όταν παράτησε πίσω του την Χαρράν. Πήρε μαζί του τη γυναίκα του Σάρα και τον ανεψιό του Λωτ, τα κοπάδια του και το βίος του. Μετά από κάμποσο καιρό έφτασαν σε μια χώρα που την έλεγαν Χαναάν και κατάληξαν στην πόλη Συχέμ. Εκεί, ο
θεός είπε στον Αβραάμ: Ο Αβραάμ τότε έχτισε εκεί ένα βωμό. Κατόπι έφυγε από τη Συχέμ και έφτασε σ' ένα βουνό ανατολικά της Βαϊθήλ και εκεί έστησε τη σκηνή του. Έχτισε επίσης και δω ένα βωμό για το θεό. Επειδή όμως έπεσε πείνα σ' εκείνη την περιοχή, ο Αβραάμ ταξίδεψε στην Αίγυπτο και έζησε εκεί, ώσπου η πείνα πέρασε. Ύστερα, γύρισε πίσω στον τόπο που βρισκόταν ανατολικά της Βαϊθήλ και όπου είχε χτίσει το βωμό στο θεό. Οι μέρες του περνούσαν τώρα ευτυχισμένες και χαρούμενες, χωρίς να τις σκιάζει καμιά λύπη. Ο θεός τον είχε κάτω από την προστασία του και ευλόγησε τη ζωή του. Γιατί ήταν μια ζωή σύμφωνη με το άγιο θέλημα του θεού.
|
|
|