|

ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ
- ΒΙΒΛΟΣ
ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ
Διώχνονται από τον
Παράδεισο
Και είπε ο
θεός στο φίδι:
"Μια και το 'κανες αυτό, να είσαι καταραμένο ανάμεσα σ' όλα τα ζώα της γης.
θα σέρνεσαι με το στήθος και την κοιλιά σου και χώμα θα τρως όλες τις ημέρες
της ζωής σου. θα βάλω έχθρα ανάμεσα σ' εσένα και στη γυναίκα και ανάμεσα
στους απογόνους σου και στους απογόνους της. Ο άνθρωπος θα σου πατήσει το
κεφάλι και συ θα τον πληγώσεις στη φτέρνα".
Και στη γυναίκα είπε:
"θα πολλαπλασιάσω τις λύπες σου και το στεναγμό σου. Μέσα σε λύπες θα γεννάς
παιδιά, θα έχεις ανάγκη τον άντρα σου και εκείνος θα είναι ο αφέντης σου".
Και στον άντρα είπε:
"Επειδή άκουσες τα λόγια της γυναίκας σου και έφαγες από τον απαγορευμένο
καρπό, καταραμένη να είναι η γη καθώς θα τη δουλεύεις. Μέσα σε λύπες θα τρως
από τα προϊόντα της όλες τις ημέρες της ζωής σου. θα βλασταίνει αγκάθια και
τριβόλια μπροστά σου και θα τρως το χορτάρι του αγρού. Με τον ιδρώτα του
προσώπου σου θα τρως το ψωμί σου, ωσότου, πεθαίνοντας, γυρίσεις στο χώμα απ'
όπου σε πήρα και σ' έπλασα. Γιατί είσαι χώμα και στο χώμα θα καταλήξεις".
Ο θεός
έκανε τότε χιτώνες από πετσί για τον άντρα και τη γυναίκα και τους έντυσε μ'
αυτούς.
Και είπε ύστερα: "Να, ο άνθρωπος έγινε σαν εμάς και ξέρει τι είναι καλό και
τι είναι κακό. Λοιπόν, ποτέ δε θ' απλώσει το χέρι του και δε θα φάει από το
Δέντρο της Ζωής για να ζήσει αιώνια".
Ύστερα ο θεός έδιωξε τον άνθρωπο από τον κήπο της Εδέμ, για να δουλεύει το
χώμα απ' όπου είχε πλαστεί. Τον έβγαλε μακριά και τον εγκατάστησε απέναντι
από τον Παράδεισο.
Και έβαλε
τα Χερουβείμ και το στριφογυριστό σπαθί το πύρινο να φυλάνε το δρόμο του
Δέντρου της Ζωής.
|