|
|
Αρχιμανδρίτου
Σωφρονίου (Σαχάρωφ): Ο
Άγιος Σιλουανός ο Αθωνίτης
ΚΕΦ. Ι - ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑΙ ΔΟΚΙΜΑΣΙΑΙ (σελ 259, αποσπάσματα)
(…)
Η μετά του Θεού πορεία δεν είναι πάντοτε ανώδυνος διά τον άνθρωπον. Ομοίως, και
η μετά των αγίων ζωή δεν είναι πάντοτε εύκολος. Πολλοί σκέπτονται αφελώς, ότι
μετά τψν αγίων τα πάντα είναι ευχάριστα’ λυπούνται, διότι ζουν εν μέσω αμαρτωλών
και νοσταλγούν να συναντήσουν ένα άγιον. Εκ της πεπληρωμένης χαράς και ελπίδος
συναντήσεως η πρώην τεθλιμμένη ψυχή νομίζει ότι η διαμονή μετά των αγίων ενεργεί
πάντοτε χαροποιώς επί της ψυχής. Απατάται όμως. Ουδείς άγιος δύναται να
ελευθερώσει ημάς από του αναποφεύκτου αγώνος κατά της ενεργούσης εν ημίν
αμαρτίας. Δύναται να συνεργήσει διά της προσευχής, να βοηθήσει διά του λόγου και
της διδαχής, να ενισχύσει διά του παραδείγματος αυτού, αλλ’ είναι αδύνατον να
απαλλάξη ημάς από του κόπου και της ασκήσεως. Όταν δε ο άγιος προσκαλεί και έλκη
ημάς να ζήσωμεν κατά τας εντολάς, τότε δυνατόν να φανεί και «σκληρός». Είπόν
τινες, και έως του νυν λέγουν περί του Ιδίου του Χριστού, «σκληρός εστιν ούτος ο
λόγος’ τις δύναται Αυτού ακούειν;» (Ιωαν. ς’ 60). Ούτω και ο λόγος των αγίων,
όταν απαιτούν παρ’ ημών την φύλαξιν των ευαγγελικών εντολών, γίνεται
δυσβαστακτος και «σκληρός».
Ο Γέρων Σιλουανός ήτο πάντοτε πραύς, συγκαταβατικός, ήπιος, αλλ’ ουδέποτε
παρεξέκλινε των όσων εδιδάχθη υπό του Θεού. Η στάσις αυτού ήτο απλή και σαφής:
«Ο Θεός οικτίρει τους πάντας… Ούτως ηγάπησε τους ανθρώπους, ώστε έλαβεν επ’
Αυτού το βάρος όλου του κόσμου… Και παρ’ ημών ζητεί να αγαπώμεν τον αδελφόν
ημών». Η ψυχή αντιλαμβάνεται ότι ο Γέρων λέει την αλήθειαν, αλλά πως να
ακολουθήση αυτόν; Είναι δυσβάστακτον τούτο, και πολλοί απεμακρύνοντο απ’ αυτού.
Η πνευματική αυτού ευωδία εγέννα εις την ψυχήν βαθείαν συνείδησιν της δυσωδίας
και της ευτελείας αυτής. Εάν παραπονήσθε διά τους υβριστάς, κατανοεί και
συμμερίζεται την θλίψιν υμών, ουχί όμως και την οργήν υμών. Εάν σκέπτησθε να
ανταποδώσητε κακόν αντί κακού, τότε πλέον θλίβεται δι’ υμάς. Εάν θεωρήτε
επιζήμιον να απαντήσητε εις τον κακόν άνθρωπον διά του αγαθού, τότε ούτος απορεί
πώς, καλών τις εαυτόν χριστιανόν, νομίζει ότι πράξις συμφωνούσα προς την εντολήν
του Χριστού δύναται να επιφέρη ζημίαν τινά. Αι εντολαί του Χριστού δι’ αυτόν
ήσαν κανών απολύτου τελειότητος και η μόνη οδός προς υπερνίκησιν του εν τω κόσμω
κακού’ οδός προς το αιώνιον φως. Η τήρησις αυτών δεν δύναται ή μη να είναι μόνον
ωφέλιμος. Ωφέλιμος και διά τον ακολουθούντα αυτάς, και δι’ εκείνον εν σχέσει
προς τον οποίον εκπληρούνται. Είναι αδύνατον να υπάρξη περίπτωσις, καθ’ ην η
φύλαξις των εντολών του Χριστού προκαλεί ζημίαν, εάν ζημίαν θεωρήσωμεν ουχί την
εν τω χρόνω εξωτερικήν βλάβην, αλλά την επί του επιπέδουν της αιωνίου υπάρξεως,
επειδή η εντολή του Χριστού είναι η φανέρωσις του απολύτου αγαθού.
Ιερομόναχός τις είπεν εις τον Γέροντα ότι, εάν ενεργή τις, ως ούτος λέγει, θα
αποβή εις όφελος των εχθρών, και το κακόν θα θριαμβεύση. Ο Γέρων την στιγμήν
εκείνην έμεινε σιωπών , διότι ο αντιλέγων δεν ήτο εις θέσιν να δεχθή τον λόγον,
αλλ’ ύστερον είπε εις άλλον τινά: «Πως δύναται το πνεύμα του Χριστού να λογισθή
το κακόν οιουδήποτε; Άραγε προς τούτο εκλήθημεν υπό του Θεού;
Μεγάλη και λεπτή είναι η πονηρία της συνειδήσεως του εμπαθούς ανθρώπου. Εν τη
θρησκευτική ζωή, ο διακρατούμενος υπό του πάθους άνθρωπος συχνάκις παρουσιάζει
τούτο ως αναζήτησιν της αληθείας και της ωφελείας, ουχί δε σπανίως και ως αγώνα
προς δόξαν Θεού. Εν ονόματι του Χριστού, του παραδόντος Εαυτόν εις θάνατο υπέρ
των εχθρών, οι άνθρωποι είναι ενίοτε έτοιμοι να χύσουν και αίμα εισέτι, ουχί
όμως το εαυτών, αλλά του «αδελφού-εχθρού». Ούτως εγίνετο εις πάσαν εποχήν, αλλ’
η ζωή του Γέροντος συνέπεσε κατά την περίοδον της ιστορίας, ότε παρομοία
διαστροφή εξεδηλούτο μετά ιδιαιτέρας εντάσεως.
«Είναι αύτη η οδός του Χριστού;», έλεγε μετά θλίψεως.
____________
«Σκληρός» ο λόγος του Γέροντος. Ποίος δύναται να ακούη αυτόν; Κατ’ αυτόν να
ζήσης, σημαίνει να παραδώσης εαυτό εις μαρτύριον, ουχί μόνον εν τη κυρία εννοία
της λέξεως, αλλά και εν τη πορεία της καθημερινής βιώσεως.
Δεν ενθυμούμεθα πού ακριβώς λέγεται περί ενός ευσεβούς ανθρώπου, όστις καθ’ όλην
την ζωήν αυτού παρεκάλει τον Κύριον, όπως αξιωθή μαρτυρικού θανάτου, και ότε
επλησίασεν η ώρα του ειρηνικού αυτού τέλους, τότε μετά θλίψεως είπεν: «Ο Κύριος
δεν εισήκουσε της προσευχής μου». Όμως, ευθύς ως προέφερε τας λέξεις αυτάς,
έλαβε την πληροφορίαν ότι άπας ο βίος αυτού υπήρξε μαρτυρικός και εγένετο δεκτός
ως τοιούτος.
Ο Γέρων έλεγεν ότι η χάρις, την οποίαν έλαβεν εξ αρχής, ήτο ομοία εκείνης των
μαρτύρων, και εσκέπτετο προσέτι ότι ίσως ο Κύριος προώριζε μαρτυρικόν θάνατον
δι’ αυτόν. Αλλά, ως ο ευσεβής εκείνος άνθρωπος, ετελειώθη εν ειρήνη. Ο Γέρων ήτο
εις άκρον εγκρατής κατά πάντα. Δεν περεδίδετο εις ονειροπολήσεις τελειότητος,
αλλά γνωρίσας την τελείαν αγάπην του Χριστού ηγωνίσθη ισχυρώς καθ’ όλον τον βίον
αυτού, ίνα αποκτήση ταύτην. Πλείον παντός άλλου εγνώριζεν ότι είναι «το μεν
πνεύμα πρόθυμον, η δε σαρξ ασθενής», και διά τούτο έλεγεν ότι ενίοτε συναντάται
εις τους ανθρώπους η επιθυμία του διά Χριστόν μαρτυρίου, αλλ’ εάν δεν υπάρχη
χάρις και εις το σώμα, ο άνθρωπος δυνατόν να μη ανθέκη τας βασάνους. Ως εκ
τούτου δεν πρέπει να επιζητή τις τοιούτον άθλον. Αλλ’ εάν ο Κύριος καλέση, τότε
πρέπει ο άνθρωπος να ζητήση βοήθειαν, και Εκείνος θα βοηθήση.
Δεν εζήτει ο Γέρων το μαρτύριον, αν και έλαβε και χάριν μαρτύρων. Η ζωή αυτού
ήτο αληθές μαρτύριον. Δυνατόν να λεχθή και έτι μεγαλύτερον. Ο μάρτυς πολλάκις
διά μιας γενναίας ομολογίας αρπάζει το έπαθλον, ο δε ασκητής, ως ο Γέρων,
αγωνίζεται επί δεκαετίας. Να προσεύχησαι υπέρ του κόσμου, ως εκείνος προσηύχετο
(«να προσεύχησαι υπέρ των ανθρώπων σημαίνει να χέης αίμα») επί τοσούτον χρόνον,
είναι κοπιωδέστερον του απλού μαρτυρίου.
Η οδός του χριστιανού εν γένει είναι μαρτύριον. Και όστις πορεύεται αυτήν μετά
του οφειλομένου τρόπου, διστάζει να προβή εις το κήρυγμα. Η ψυχή αυτού επιποθεί
να ίδη τον αδελφόν κοινωνόν του αιωνίου φωτός, αλλά τον πόνον του αγώνος
προτίθεται να υποστή μόνος, και διά τον λόγον τούτον προ πάντων και πλείον
πάντων καταφεύγει εις την υπέρ του κόσμου προσευχήν.
__________
Εντός των ορίων της επιγείου ζωής, εντός αυτής της σφαίρας, ήτις εδόθη υπό του
Θεού διά την φανέρωσιν ουχί μόνον των θετικών αλλά και των αρνητικών δυνατοτήτων
της ελευθερίας, ουδείς και ουδέν δύναται να αναχαιτίση εντελώς την εκδήλωσιν του
κακού. Η δέησις της αγάπης όμως δύναται να μεταβάλλη εις μέγα βαθμόν τον ρουν
των κοσμικών γεγονότων και να συντέμνη επί πολύ την έκτασιν του κακού.
«Και η ζωή ην το φως των ανθρώπων. Και το φως εν τη σκοτία φαίνει, και η σκοτία
αυτό ου κατέλαβεν» (Ιωαν. α’ 4-5). Η σκοτία της μη-υπάρξεως δεν δύναται να
καταβροχθίση το φως της ζωής. Παν αγαθόν, εκπορευόμενον εκ του Θεού και
επιστρέφον εις τον Θεόν, είναι ακατάλυτον. Η προσευχή είναι μία των υψηλοτέρων
μορφών αγαθής υπάρξεως, του ακαταλύτου, του αιωνίου. Είναι εκείνη «η αγαθή
μερίς, ήτις ουκ αφαιρεθήσεται» (Λουκ. ι’ 42) εις τον αιώνα.
Εν τη αναζητήσει της εαυτού σωτηρίας και του πλησίον ο ασκητής, συνηγμένος εις
τον έσω άνθρωπον, διαπιστοί εν εαυτώ τω ιδίω την δύναμιν του «νόμου της
αμαρτίας» (Ρωμ. ζ’ 23). Βλέπων ότι η αμαρτία «αποκτείνει» αυτόν (Ρωμ. ζ’ 11)
παρά την προς το αγαθόν έφεσιν, οδηγείται εις την απελπισίαν, και ευρισκόμενος
εν τη καταθλιπτική αυτή καταστάσει, προσεύχεται.
(...)
________________
Ο Θεός διά τον άνθρωπον δεν είναι πάντοτε εύκολος.
Το επαναλαμβάνομεν, αλλ’ ο χαρακτήρ του θέματος ημών απαιτεί την επανάληψιν. Δεν
είναι πλούσιος, ούτε ποικιλόμορφος ο κύκλος των σκέψεων του ασκητού, αλλ’ αι
σκέψεις αύται ανήκουν εις την ύπαρξιν εκείνην, ήτις δυσκόλως αφομοιούται. Αιώνες
διέρχονται, και εν τη μακρά αυτών ροή η αυτή πείρα επαναλαμβάνεται σχεδόν
απαραλλάκτως, και παρά ταύτα ολίγοι γνωρίζουν την ακολουθίαν της χριστιανικής
ασκήσεως, οι δε πλείστοπι απόλλυνται εν τη οδώ ταύτη. Ο Κύριος είπε: «Στενή η
πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν, και ολίγοι εισίν οι
ευρίσκοντες αυτήν» (Ματθ. ζ’ 14).
Θέλομεν πάλιν να ομιλήσωμεν περί εκείνου, όπερ ήτο ωσαύτως το αντικείμενον των
μακρών συνομιλιών του Γέροντος Σιλουανού μετά του πατρός Στρατονίκου. Η οδός του
χριστιανού εν γενικαίς γραμμαίς είναι τοιαύτη: Εν τη αρχή ο άνθρωπος ελκύεται
προς τον Θεόν διά της δωρεάς της χάριτος, όταν δε προσελκυσθή, άρχεται η μακρά
περίοδος της δοκιμασίας. Δοκιμάζεται η ελευθερία του ανθρώπου και η εμπιστοσύνη
αυτού εις τον Θεόν, και δοκιμάζεται «σκληρώς». Κατ΄ αρχάς, αι προς τον Θεόν
αιτήσεις, μικραί και μεγάλαι, αι μόλις εκφραζόμεναι παρακλήσεις, συνήθως
εκπληρούνται ταχέως και θαυμαστώς υπό του Θεού. Όταν όμως επέλθη η περίοδος της
δοκιμασίας, τότε το παν αλλάσσει και ο ουρανός φαίνεται ως να κλείηται και να
γίνηται κωφός εις όλας τας δεήσεις. Εις τον θερμόν χριστιανόν τα πάντα εν τω βίω
γίνονται δύσκολα. Η προς αυτόν συμπεριφορά των ανθρώπων επιδεινούται’ παύουν να
εκτιμούν αυτόν’ ό,τι εις τους άλλους λογίζεται ανεκτόν, εις αυτίον δεν
συγχωρείται’ η εργασία αυτού αμείβεται, σχεδόν πάντοτε, κάτω του κανονικού’ το
σώμα ευκόλως προσβάλλεται υπό ασθενειών. Η φύσις, αι περιστάσεις, οι άνθρωποι,
το παν στρέφεται κατ’ αυτού. Παρά τα φυσικά αυτού χαρίσματα –ουχί μκρότερα των
άλλων- δεν ευρίσκει ευνοϊκούς όρους προς αξιοποίησιν αυτών. Επί πλέον υπομένει
πολλά ς επιθέσεις των δαιμονικών δυνάμεων’ και το έσχατον, η ανυπόφορος οδύνη
της θείας εγκαταλείψεως. Τότε κορυφούται το πάθος αυτού διότι πλήττεται ο όλος
άνθρωπος εφ’ όλων των επιπέδων της υπάρξεως αυτού.
Εγκαταλείπει ο Θεός τον άνθρωπον;... Είναι άρα γε τούτο δυνατόν;... Και εν
τούτοις, εις την θέσιν του βιώματος της εγγύτητος του Θεού έρχεται εν τη ψυχή
αίσθημα ότι Εκείνος είναι απείρως, απροσίτως μακράν, πέραν των αστρικών κόσμων,
και πάσαι αι προς Αυτόν επικλήσεις εκλείπουν αβοηθήτως εις το αχανές του
κοσμικού διαστήματος. Η ψυχή εσωτερικώς εντείνει την προς Αυτόν κραυγήν αυτής,
αλλά δεν «βλέπει» ούτε βοήθειαν, ούτε προσοχήν εισέτι. Το παν τότε αποβαίνει
επαχθές. Το παν κατορθούται μετά δυσαναλόγου κόπου. Ο βίος γίνεται πλήρης μόχθων
και αναφύεται εις τον άνθρωπον το αίσθημα ότι επ’ αυτού βαρύνει η κατάρα και η
οργή του Θεού. Ότε όμως παρέλθουν αι δοκιμασίαι αύται, τότε θα ίδη ότι η
θαυμαστή πρόνοια του Θεού εφύλαττεν αυτόν προσεκτικώς εν πάσαις ταις οδοίς
αυτού.
Πείρα χιλιετής, παραδιδομένη από γενεάς εις γενεάν, μαρτυρεί ότι, όταν ο Θεός
βλέπει την εις Αυτόν πίστιν της ψυχής του αγωνιστού, ως είδε την πίστιν του Ιώβ,
τότε θα οδηγήση αυτόν εις απροσίτους δι’ οιονδήποτε άλλον αβύσσους και
απροσπέλαστα ύψη. Όσον πληρεστέρα και ισχυροτέρα η πίστις και η εμπιστοσύνη του
ανθρώπου προς τον Θεόν, τοσούτον μεγαλύτερον και το μέτρον των δοκιμασιών και το
πλήρωμα της πείρας, ήτις δύναται να φθάση εις ύψιστον βαθμόν. Τότε γίνεται
καταφανής η προσέγγισις εκείνων των ορίων, πέραν των οποίων ο άνθρωπος αδυνατεί
να προχωρήση.
_______________
Έως ότου ο άνθρωπος κατέχεται υπό της υπερηφανίας, υποβάλλεται εις τας επιθυμίας
της ιδιαιτέρως οδυνηράς απελπισίας, ήτις παραμορφοί πάσας τας περί του Θεού και
των οδών της προνοίας Αυτού παραστάσεις. Η υπερήφανος ψυχή, ερριμμένη εις τα
ερέβη του άδου, θεωρεί υπεύθυνον των βασάνων αυτής τον Θεόν και σκέπτεται Αυτόν
ως αμέτρως σκληρόν. Εστερημένη της πραγματικής εν Θεώ υπάρξεως, ερμηνεύει τα
πάντα διά της ενωδύνου αυτής καταστάσεως και άρχεται να μισή και την ζωήν αυτής,
και γενικώς πάσαν την ύπαρξιν του κόσμου. Μένουσα εκτός του Θείου φωτός, γθάνει
εν τη απογνώσει αυτής μέχρι τοιούτου σημείου, ώστε και η ύπαρξις του Ιδίου του
Θεού να αρχίζη να παρουσιάζηται εις αυτήν ως άπελπις παραλογισμός, ένεκα του
οποίου η απώθησις του Θεού και το μίσος προς πάσαν ύπαρξιν συνεχώς αυξάνουν.
Την τοιαύτην απόγνωσιν και μίσος εκφεύγουν οι άνθρωποι της πίστεως, διότι διά
της πίστεως σώζεται ο άνθρωπος’ διά της πίστεως εις τον λόγον του Θεού, διά της
παραδόσεως εις την αγάπην και την ευσπλαγχνίαν Αυτού, διά της εμπιστοσύνης εις
την μαρτυρίαν των Πατέρων τηνς Εκκλησίας. Οι πλείστοι των ευσεβών χριστιανών, εν
τη ροή του βίου, δεν εβίωσαν ίσως την ανάστασιν της ψυχής, αλλ’ η εις αυτήν
πίστις φυλάττει αυτούς. Περί της πίστεως αυτής πολλάκις ωμίλει ο Γέρων
παραπέμπων εις τους λόγους του Κυρίου: «Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες»
(Ιωαν. κ’ 29). Έρχεται ώρα, καθ’ ην η πίστις αύτη θα εξαγάγη τον άνθρωπον εκ του
σκότους και της στενότητος της δουλείας προς την ελευθερίαν της αληθούς αφθάρτου
ζωής, το μεγαλείον της οποίας είναι τελείως ιδιαίτερον, ανόμοιον της συνήθους
ανθρωπίνης ιδέας περί μεγάλου και ωραίου.
_____________
Άλλως ενεργεί ο εχθρός διάβολος μετ’ εκείνων οίτινες δέχονται αυτόν, και άλλως
μετ’ εκείνων οίτινες ανθίστανται αυτώ. Άλλη η οδύνη της υπερηφάνου απογνώσεως,
και άλλη η της ευσεβούς ψυχής, όταν ο Θεός παραχωρή εις τον διάβολον να ποιήση
πόλεμον μετ’ αυτής. Ο τελευταίος ούτος πειρασμός είναι άκρως βαρύς και
παραχωρείται σπανίως.
Όταν, το πρώτον, ο κατά πρόνοιαν Θεού εγκαταλειμμένος άνθρωπος αισθάνηται να
πλησιάζη εις αυτόν ο σατανάς, τότε όλον το είναι αυτού, και η ψυχή και το σώμα,
δεινώς καταλαμβάνονται υπό οδύνης και φόβου μεγάλου, όστις δεν συγκρίνεται προς
τον φόβον τον προκαλούμενον εκ των εγκληματιών και των φονέων, επειδή εν τούτω
ενυπάρχει σκότος αιωνίου απωλείας. Η ψυχή τότε γνωρίζει ΤΙ εστι διάβολος.
Γνωρίζει την συντριπτική δύναμιν και την φοβεράν σκληρότητα αυτού, έκπληκτος δε
εκ του κολοσσιαίου του ισταμένου ενώπιον αυτής κακού συνθλίβεται όλη. Εκ της
φρίκης και του τρόμου συσφίγγεται, και διαμένει παραλελυμένη, μη ευρίσκουσα εν
εαυτή δύναμιν να προσευχηθή. Απουσιάζει ο Θεός-Αντιλήπτωρ, και μόνον ο εχθρός
είναι παρών και λέγει εις αυτήν: «Είσαι υπό την εξουσίαν μου... Και επί Θεόν μη
έλπιζε’ αλλ’ επιλάθου Αυτού». Εν αυτή τη ώρα η ψυχή, μη επιθυμούσα να δεχθή τον
διάβολον, είτε άνευ λόγων μνημονεύει του Θεού, είτε, εν τη καλυτέρα περιπτώσει,
επικαλείται το ΄Ονομα Αυτού. Μόνον μετά παρέλευσιν χρόνου έρχεται εις επίγνωσιν
λοτι κατά τον αγώνα τούτον ο Θεός ιδιαιτέρως προσέχει αυτήν.
_____________
Εκ των γραφών του Γέροντος θα ίδητε ότι δις έλαβεν πείραν τοιούτου πολέμου μετά
του σατανά. Το πρώτον, εσώθη διά της ευχής του Ιησού, την οποίαν δεν είχεν
εισέτι περατώσει ότε ενεφανίσθη εις αυτόν ο Κύριος. Το δεύτερον, ότε ήτο πλέον
ισχυρώς και ανδρείος, εύρε την δύναμιν να καθίση και να στραφή εν προσευχή προς
τον Θεόν, και τότε έλαβεν εις απάντησιν τους ασυνήθεις και παραδόξους λόγους:
«Κράτει τον νουν σου εις τον άδην, και μη απελπίζου» (σ. 572).
Τότε εγνώρισε διά ποίου όπλου νικάται ο διάβολος. Εις εκάστην προσέγγισιν αυτού
η ψυχή στρέφει προς εαυτήν όλην την δύναμιν του μίσους αυτής, και ως έσχατον
εχθρόν αυτής καταδικάζει εαυτήν εις την αιώνιον κόλασιν προσθέτουσα: «Ο δε Θεός
άγιος, αληθινός και ευλογητός εις τους αιώνας.
Καθωπλισμένη διά τοιούτου όπλου η ψυχή ελευθερούται από παντός φόβου και γίνεται
απόρθητος υπό του εχθρού. Τοιαύτη «έμπειρος» ψυχή, εις εκάστην προσέγγισιν του
εχθρού ρίπτει εαυτήν μετά μεγάλης οργής εις την άβυσσον του σκότους, ως ούσαν
αξίαν της αιωνίου καταδίκης, και ο εχθρός, φίλαυτος ων, υποχωρεί, μη υποφέρων
την δύναμιν του συναντωμένου πυρός. Ελευθερωθείσα εξ αυτού η ψυχή μετά καθαρού
νοός στρέφεται εν προσευχή προς τον Θεόν.
__________
«Ο εχθρός έπεσεν εξ υπερηφανίας». Η υπερηφανία είναι η αρχή της αμαρτίας. Εν
αυτή περικλείονται πάσαι αι μορφαί του κακού: κενοδοξία, φιλοδοξία, φιλαρχία,
ψυχρ’οτης, σκληρότης, αδιαφορία προς τα παθήματα του πλησίον, ονειροπολία του
νοός, εντατική ενέργεια της φαντασίας, δαιμονική έκφρασις των οφθαλμών,
δαιμονικός χαρακτήρ όλης της παρουσίας, σκυθρωπότης, πλήξις, απόγνωσις, μίσος,
φθόνος, ποταπότης, και εις πολλούς ο κρημνισμός εις σαρκικάς επιθυμίας’ η
βασανιστική εσωτερική ανησυχία, η ανυπακοή, ο φόβος του θανάτου, ή τουναντίον, η
επιζήτησις τερματισμού της ζωής δι’ αυτοκτονίας, και τέλος, πράγμα ουχί σπάνιον,
η πλήρης παραφροσύνη. Ιδού τα σημεία της δαιμονιώδους πνευματικότητος. Εν όσω
όμως δεν εκδηλούνται εμφανώς, μένουν εις πολλούς απαρατήρητα.
Ουχί πάντα τα υποδειχθέντα συμπτώματα χαρακτηρίζουν έκαστον εξ εκείνων, οίτινες
«επλανήθησαν» υπό δαιμονικών λογισμών ή οράσεων ή «αποκαλύψεων». Εις άλλους
επικρατεί η μεγαλομανία, η φιλοδοξία και η φιλαρχία. Εις άλλους η πλήξις, η
απελπισία, η κεκρυμμένη ταραχή. Εις άλλους πάλιν ο φθόνος, η μελαγχολία, το
μίσος. Εις πολλούς η κατοχή υπό σαρκικής επιθυμίας. Αλλ’ εις πάντας εξ άπαντος
υπάρχει έντονος φαντασία, και υπερηφανία δυναμένη να κρύβηται υπό το προσωπείον
και εσχάτης εισέτι ταπεινότητος.
__________
¨Όταν ο άνθρωπος «πλανάται» υπό του εχθρού και ακολουθή αυτόν, δεν κατανοεί ΤΙ
είναι ο εχθρός, δεν γνωρίζει την έντασιν του αμέσου μετ’ αυτού αγώνος, και
πάσχει, διότι οδηγείται υπ’ αυτού εκ του φωτός της αληθούς ζωής εις το σκότος,
εν ω εκείνος διαμένει. Τα πάθη ταύτα φέρουν επ’ αυτών την σφραγίδα της
πνευματικής τυφλότητος. Εις ωρισμένας περιπτώσεις ο εχθρός επιφέρει ανήσυχόν
τινα τέρψιν διά της υπερηφάνου συνειδήσεως του δήθεν μεγαλείου αυτού. Εις άλλας,
προξενών εις την ψυχήν μέγαν πόνον, παρακινεί αυτήν κατά του Θεού. Και εκείνη,
μη εννοούσα την πραγματικήν αιτίαν των πόνων αυτής, μετά μίσους στρέφεται κατά
του Θεού.
Η γνωρίσασα όμως την αγάπην του Θεού ευσεβής ψυχή πάσχει εκ του αμέσου αγώνος
προς τον εχθρόν. Η κατ’ αυτής ορμώσα δύναμις του κακού, του διαβόλου, είναι
μεγάλη, και βλέπει ο άνθρωπος καθαρώς ότι αύτη δύναται να συντρίψη αυτον έως
τέλους.
Εν τη πρώτη περιπτώσει, συνήθως παλαίει η ψυχή επί μακρόν, μη ευρίσκουσα
διέξοδον προς τον Θεόν. Εν τη Δευτέρα, ο Θεός εν μεγάλω φωτί εμφανίζεται εις τον
άνθρωπον, όταν λήξη ο καιρός της δοκιμασίας, η διάρκεια και η δύναμις της οποίας
είναι μεμετρημέναι υπό του Θεού’ είς τινας περιπτώσεις διαρκεί δύο έως τρία
λεπτά, εις άλλας μίαν ώραν ή και πλείον αυτής, είς δε ασκητής διέμεινεν εν αυτή
επί τρεις ημέρας. Η διάρκεια του χρόνου δύναται να εξαρτηθή αφ’ ενός μεν εκ της
μικροτέρας εντάσεως του αγώνος, αφ’ ετέρου δε εκ της μεγαλυτέρας αντοχής του
ανθρώπου, διότι δεν είναι ίση η δύναμις των ψυχών.
___________
Δεν υπάρχει πειρασμός δεινότερος του ανωτέρω περιγραφέντος. Υπάρχει όμως πόνος
ισχυρότερος πασών των επί γης συμφορών: πόνος και οδύνη της ψυχής βαθέως
τετρωμένης υπό της αγάπης του Θεού και μη δυναμένης να επιτύχη του Ζητουμένου.
Είναι ακατάληπτος ο τρόπος διά του οποίου ο Θεός συμπεριφέρεται εις την ψυχήν.
Γεννήσας εν αυτή φλογεράν αγάπην, κρύπτεται κατόπιν κατά τρόπον ανεξήγητον’ και
όταν η ψυχή απελπίζηται πλέον λόγω της εγκαταλείψεως, τότε Ούτος έρχεται πάλιν
γαληνώς μετά της ανεκφράστου Αυτού παρακλήσεως. Εις ωρισμένας στιγμάς η βάσανος
της Θεοεγκαταλείψεως υπερβαίνει τα μαρτύρια του άδου, διαφέρει όμως τούτων, ως
εμπεριέχουσα την ζωοποιόν δύναμιν του Θεού, ήτις μεταβάλλει την θλίψιν εις την
γλυκείαν μακαριότητα της Θείας αγάπης.
___________
Ο άνθρωπος, ζων εν τη παχεία αυτή σαρκί, δεν δύναται να μείνη ασάλευτος. Εις
ωρισμένας στιγμάς καθαράς προσευχής η ψυχή του ασκητού άπτεται της πραγματικής
αιωνίας υπάρξεως, ήτις αποτελεί τον έσχατον σκοπόν αυτής. Όταν όμως λάβη πέρας
εκείνη η προσευχή, η ψυχή κατέρχεται πάλιν εις την κατάστασιν της μετρίας
αισθήσεως του Θεού ‘η προσέτι της κατά σάρκα αντιλήψεως του κόσμου, μεθ’ ης
επιστρέφει γνόφος τις της σαρκός και μειούται η δύναμις της εσωτερικής
πληροφορίας.
Εις πολλούς ανθρώπους η σαρκική αίσθησις του κόσμου είναι τοσούτον συνεχής, ώστε
ούτοι σχεδόν δεν γνωρίζουν άλλο τι, και τότε γίνονται «σαρξ», ήτις δεν δέχεται
τον νόμον του Θεού. Ο ασκητής όμως βιοί την επιστροφήν εκ της καθαράς προσευχής
εις την παχύτητα της σαρκικής αντιλήψεως του κόσμου ως αποδημίαν εκ του Κυρίου.
Ο Απόστολος Παύλος λέγει: «ενδημούντε εν τω σώματι εκδημούμεν αποό του Κυρίου...
Θαρρούμεν δε και ευδοκούμεν μάλλον εκδημήσαι εκ του σώματος και ενδημήσαι προς
τον Κύριον» (Β’ Κορ. ε’ 6-8). Μόνον διά του αδιακόπου αγώνος συγκρατείται ο
ασκητής από της καθόδου εκείνης, προς την οποίαν έλκει αυτόν συνεχώς η σαρξ διά
του βάρους αυτής. Και όσον συχνότεραι και παρατεταμέναι είναι αι πνευματικαί
αυτού καταστάσεις, τόσούτον βαρύτερον βιοί την κατάβασιν εις την σαρκικήν
αίσθησιν του κόσμου.
____________
Όταν ο ασκητής, κινούμενος υπό του πνεύματος της αγάπης του Θεού, προσεύχηται
μετά βαθέος θρήνου, τότε, φθάνων εις κατάστασιν ανυπέρβλητον δι’ αυτόν κατ’
εκείνην την στιγμήν, απολαύει της αναπαύσεως του πνεύματος εκ της προς τον Θεόν
εγγύτητος. Όταν όμως λάβη πέρας η προσευχή, η ανάπαυσις αύτη διατηρείται εν τη
ψυχή επί τινα χρόνον, άλλοτε πλείον, άλλοτε ολιγώτερον, και επανέρχονται πάλιν
αι προσβολαί των λογισμών. Η αλλαγή αυτών των καταστάσεων οδηγεί εις διάφορα
αποτελέσματα. Οι μεν εκ των ασκητών, είς τι σημείον της πνευματικής αυτών
πορείας, φθάνουν την δύναμιν εκείνην της προσευχής, ήτις εμπνέει εις την ψυχήν
αυτών φόβον και τρόμον, ύστερον όμως βαθμηδόν η έντασις της προσευχής αυτών
ελαττούται. Οι δε καρτερόαθλοι,τουναντίον, προκόποτουν ακαταπονήτως, ζητούντες
συνεχώς μεγαλύτερον πλήρωμα προσευχής μέχρις ότου ερριζωθή εν τη ψυχή αυτών η
επιθυμία, έτι δε και η ανάγκη να καταστούν ανηλεείς προς εαυτούς, έως του
«μισήσαι και απολέσαι» την εαυτών ψυχήν. Και τούτο όμως, ως βλέπομεν εκ των
γραφών του Γέροντος, δεν είναι η εσχάτη αγάπη, την οποίαν δίδει ο Κύριος ίνα
γνωρίσουν οι δούλοι Αυτού, τουτέστιν η αγάπη εκείνη εκ της γλυκύτητος της οποίας
ο άνθρωπος ευκόλως υποφέρει παν πάθος, έτι δε και τον θάνατον.
____________
Ο μακάριος Γέρων εγνώριζεν ότι η αγάπη εκείνη, την οποίαν εδίδαξεν εις αυτόν το
Πνεύμα το Άγιον, είναι η Αλήθεια η ισταμένη οντολογικώς υψηλότερον πάσης
αμφιβολίας. Του βαθμού τούτου της γνώσεως εγεύθη κατά την εις αυτόν εμφάνειαν
του Κυρίου.Του βαθμού τούτου της γνώσεως εγεύθη κατά την εις αυτόμ εμφάνειαν του
Κυρίου. Έλεγεν ότι, όταν ο Ίδιος ο Κύριος εμφανίζεται εις την ψυχήν, είναι
αδύνατον αύτη να μην αναγνωρίση τον Δημιουργόν αυτής και Θεόν. Διά της ενεργείας
του Αγίου Πνεύματος εδόθη εις αυτόν η θεωρία της τελείας αγιότητος του θεού, και
επεδίωκε την απόκτησιν αυτής της αγιότητος δι’ όλης της καρδίας, δι’ όλου του
είναι αυτού.
Ο ιστάμενος εν τη οδώ ταύτη δεν δύναται να παραδοθή εις τον αφηρημένον λογικόν
στοχασμόν, έτι και περί των μυστηρίων της πίστεως. Η ψυχή αυτού αποφεύγει πάσαν
διανοητικήν προσπάθειαν, φέρουσαν την ιδιάζουσαν εις αυτήν αποσύνθεσιν της
ακεραιότητος και του ενιαίου της ζωής του ανυψουμένου εν προσευχή προς τον Θεόν
πνεύματος. Εκ της συνεχούς διαμονής εν τη προσευχή εξασθενεί η μνήμη παντός
εξωτερικού πράγματος, και εάν δεν ήρχετο εις βοήθειαν η έξις των βιοτικών
μεριμνών και ενασχολήσεων των προηγουμένων ετών, ελευθερούσα αυτόν εκ του
σκέπτεσθαι τας ανάγκας της καθ’ ημέραν ζωής, τότε δεν θα ηδύνατο να εκτελή αυτάς
κανονικώς.
«Η ψυχή εκ της αγάπης του Κυρίου είναι ως να εγένετο παράφρων’ κάθηται, σιωπά,
δεν θέλει να ομιλή’ και ως παράφρων ορά τον κόσμον και δεν επιθυμεί αυτόν και
δεν βλέπει αυτόν. Και οι άνθρωποι δεν γνωρίζουν ότι αύτη ενορά τον ηγαπημένον
Κύριον, και ο κόσμος έμεινεν ως εις τα οπίσω και περιέπεσεν εις λήθην, και η
ψυχή δεν θέλει να προσέχη εις αυτόν, διότι δεν υπάρχει εν αυτώ η άφθορος
γλυκύτης» (σ. 622).
|
|