Ύστερα από ένα σχεδόν αιώνα...



     Η τελευταία Εκκλησία που χτίσθηκε στην Πόλι ήταν η τής Αγίας Τριάδος Χαλκηδόνος. Τό 1909, άν δέν μέ απατά η μνήμη. Κατόπιν ήλθαν σαν χιονοστιβάδες τα γεγονότα. 'Ολα άλλαξαν. Εκκλησίες που είχαν χτισθή γιά τριακόσιες χιλιάδες ανθρώπους έμειναν μέ δυό - τρείς χιλιάδες. Ποιός θά διανοείτο νά χτίση καινούρια. Εδώ ερειπόνονταν οι υπάρχουσες, νέες θά xτίζανε; 'Ηλθε όμως κάποια άλλη εποχή. Η εποχή τής Πατριαρχείας Βαρθολομαίου. 'Ολες οι Εκκλησίες ανεκαινίσθηκαν. Τό ίδιο και στίς όμορες μητροπόλεις Χαλκηδόνος, Δέρκων και Πριγκιπονήσων. Εκτός μιάς.

Αυτή έμεινε ξεχασμένη. Είχε ερειπωθή εντελώς. Ουσιαστικώς ήταν ανύπαρκτη. Είχε μείνη μόνον η ανάμνησις. Εδώ ήταν μιά παληά εκκλησία. Είχε και αγίασμα. Αρχαίο, βυζαντινό, βαθύ μέ στοά. Καταχωνιασμένο γιά πολλά πολλά χρόνια. Πάει κι αυτό όπως και τόσα άλλα... Αυτά τά είχα πληροφορηθή παλαιότερα από κάποιο σεβάσμιο λευίτη.

    Πηγαίνοντας γιά Πόλι συναντώ στο αεροδρόμιο παληό γνώριμο. Είναι Πολίτης γέννημα, θρέμμα. Απ' τούς νέους, τούς δραστήριους. Είναι και επίτροπος στόν 'Αγιο Φωκά Μεσαχώρου (Ορτάκιοϊ). Και μέ άλλους νέους τής ομογενείας κάνουν πολλά έργα.

    <<Πήραμε ειδική άδεια απ' τη κυβέρνηση και ξαναχτίζουμε τον ναό τού Αγίου Γεωργίου στό κοιμητήριο τού Ορτάκιοι. Ήταν εντελώς κατεστραμμένος και τον αρχίσαμε απ' τά θεμέλια. Είναι μοναδική περίπτωσις νά δίδεται τέτοια άδεια. τον άκουσα μέ πολύ ενδιαφέρον. 'Εμεινα όμως μέ τήν περιέργεια. Πρόκειται για εξ υπ' αρχής οικοδομή ή απλώς γιά γωναία επισκευή; Κάτι μέ έτρωγε μέσα μου. 'Ασε θά δώ.

    Δευτέρα, 25η Φεβρουαρίου. Ψιλοχιονίζει. Παίρνω αμάξι (αραμπά τουρκιστί) και <<κατ' ευθείαν>> γιά τό Ορτακιόϊ. Κατ' ευθείαν, τρόπος τού λέγειν δηλαδή. Ορτακιόι είπα στόν οδηγό. <<Ταμάμ>> μού απαντά και κάτά τά Θεραπειά μέ πάει. Στό Σωσθένειον (Ιστινιέ) τό αντιλαμβάνομαι. τον σταματώ. Είχε σκοπό νά μέ πάη μέχρι και τό Ρούμελη Καβάκ. Και εκεί θα μου πέταγε <<Νό πρόμπλεμ, παπαζ-εφέντη>>!

    Τέλος φθάνω στον προορισμό μου. 'Ενας καλός ομογενής νέο παιδί, ελπίς τής ομογενείας, μέ οδηγεί στό Κοιμητήριο. Μάς ανοίγει τήν σιδηρόπορτα ο φύλακας. 'Ενας γέρων κεκυφής, ο μπάρμπα Γιώργος. Μένει μόνος μέσα στο νεκροταφείο. Μόνη παρέα ο γάτος και οι πεθαμένοι. <<Εδώ γεννήθηκα, μού λέγει, εδώ μεγάλωσα, εδώ θά πεθάνω>>. Ναι πράγματι! Ο ναός ανοικοδομείται εκ θεμελίων. Εκ βάθρων όπως λέγουν παληές επιγραφές. Στεγάσθηκε κιόλας. Τώρα δουλεύουν στό δάπεδο και τήν οροφή. Είναι μιά χαριτωμένη μονόκλιτη βασιλική, αρκετά ευρύχωρη. Καθάρισαν και το αγίασμα. Θά ξαναλειτουργήση σύντομα και θά αγιάζη τούς πιστούς. Τούς όποιους πιστούς. Και εμένα τον γράφοντα. 'Αν ζήσω θά ξαναπάω νά δώ τήν Εκκλησία τελειωμένη. Νά πάρω αγίασμα. Νά συγχαρώ αυτούς τούς νέους ανθρώπους. Αυτούς τούς λίγους που κάνουν τόσα πολλά. Που  κάνουν τόσα, όσα δέν έκαμεν άλλοτε οι πολλοί.


Αρχιμ. Δοσίθεος

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ