Και όμως εμμένει...
10/5/2002
1952. Ο Γενικός Πρόξενος τής Ελλάδός στήν Κωνσταντινούπολι στέλνει πρός τό Υπουργείον Εξωτερικών αναφοράν:
<<Η ημετέρα ομογένεια, ήτις πρό τού 1914 ανήρχετο εις 350.000 περίπου, κατήλθεν εις τό σημερινόν επίπεδον τών 80.000 περίπου (Ελλήνων ή Τούρκων υπηκόων). Παρά ταύτα ο ενταύθα Ελληνισμός εμμένει εις τήν διατήρησιν τόσων ναών
και σχολών, όσοι ήσαν και κατά τήν εποχήν, καθ’ ήν ήτο εις αριθμόν υπερτετραπλάσιοι
και εις δύναμιν και σημασίαν πολλαπλάσιος>>.
‘Εχουν περάσει από τότε ακριβώς πενήντα χρόνια. Και οι ογδόντα χιλιάδες έγιναν τρείς χιλιάδες.
Και όμως <<ο ενταύθα Ελληνισμός εμμένει>>. Και μέ τήν εμπνευσμένη καθοδήγηση του Αρχιεπισκόπου του και Οικουμενικού Πατριάρχου ανακαινίζει εκκλησίες
και σχολεία. Οι καμπάνες ηχούν και τά κουδούνια τών σχολείων κτυπούν.
Και όχι μόνον συντηρεί και ανακαινίζει εκκλησίες και μοναστήρια, αλλά χτίζει
και νέες.
Είχα γράψει τίς προάλλες γιά τον κοιμητηριακό ναό τού Αγίου Γεωργίου Μεσαχώρου (Ορτάκιοϊ). ‘Ηταν κατεστραμμένος
και αφανισμένος. Και μέ άδεια τών αρχών ανοικοδομείται εκ βάθρων. Μία μονόκλιτος Βασιλική όμορφη, περικαλλής. Δέν πέρασε πολύς καιρός από τότε. Ούτε δύο μήνες.
Και στήν μνήμη του, στίς 23 Απριλίου έγιναν τά θυρανοίξια. Μεγαλοπρεπή, όπως άξιζε τού αγίου αλλά
και τών κοπιασάντων.
Στίς πέντε τό απόγευμα τής περασμένης Τρίτης, η Α.Θ. Παναγιότης ο Οικουμενικός Πατριάρχης << μεθ απάσης της ακολουθίας Αυτού >> μετέβη εκεί
και εχοροστάτησε στόν αγιασμό και τον επακολουθήσαντα εσπερινό.
Μαζί του συμπροσευχήθησαν αρχιερείς, ιερείς και διάκονοι. Ο Γενικός τής Ελλάδος Πρόξενος, ο Πρόξενος, ο υποπρόξενος
και πλήθος ομογενείς. ‘Ησαν τόσοι οι προσκυνηταί που οι μισοί έμειναν έξω από
τον νεόδμητο ναό.
Μαζί τους προσευχήθησαν και οι απ’ αιώνων κεκοιμημένοι εν τώ κοιμητηρίω Μεσαχώρου. Οι μαυρισμένοι μαρμάρινοι σταυροί τών τάφων απέβαλαν τό πένθος
και έλαμψαν. Οι ξεθωριασμένες επιγραφές φάνηκαν φρεσκοβαμμένες. Οι αγριομαργαρίτες ευωδίασαν άρωμα που ποτέ δέν είχαν. Τά αιωνόβια κυπαρίσσια διηγούνται τό ένα στό άλλο τά όσα άκουσαν
και έβλεπαν. ‘Υστερα από τόσων χρόνων σιωπή και εγκατάλειψη πώς νά μήν αγάλλονται τά δρυμού ξύλα άπαντα;
Και μέσα απ’ τά πυκνά φυλλώματα τού αηδονιού τό τραγούδι νά συναμιλλάται τούς ψαλμούς τού εσπερινού. Πολλές φορές έφυγε γιά
τον νοτιά απελπισμένο. Δέν άκουσε ψαλμωδίες, δέν άκουσε δοξολογίες, δέν άκουσε ρωμαίϊκη λαλιά.
Και κάθε άνοιξη γυρνούσε πάλι μέ μιά κρυφήν ελπίδα. Δέν γίνεται κάτι θά ακούση εφέτος, κάτι θά γίνη.
Και έγινε. Και ενώθηκαν όλα, οι ταπεινές σαύρες, τά ασήμαντα μαμούνια, τά στρουθία
και τά αηδόνια. <<ερπετά και πετεινά πτερωτά>> εις αίνον και δοξολογίαν γιά τό ανέλπιστο, τό απρόσμενο, που όμως χρόνια
και χρόνια περίμεναν. Τά άνω τοίς κάτω συνομιλεί και τά κάτω τοίς άνω συνεορτάζει
και συμπανηγυρίζει. ‘Αγγελοι και άγιοι συναγάλλονται και έξαρχος τού χορού ο ‘Αγιος Μεγαλομάρτυρας Γεώργιος ο Τροπαιοφόρος.
Μετά τον εσπερινό άρχισαν οι ομιλίες. Πρώτος ωμίλησεν ο επόπτης τής περιφερείας Βοσπόρου, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μυριοφύτου
και Περιστάσεως Ειρηναίος. Ευγνωμονεί τον πανάγαθον Θεόν διά τό επιτελεσθέν έργον. Αναφέρεται στήν ιστορία τού ναού
και τού υπογείου αγιάσματος. Μιά ιστορία παλαιά που ανάγεται σέ ευκλεείς, ενδόξους χρόνους. Αλλά
και στήν νεώτερη ιστορία τού ναού που αρχίζει από τό 1838, έτος καθ’ ό Καδής τού Γαλατά προκαλεί φιρμάνι τού Σουλτάνου Μαχμούτ τού Β’ μέ
τον οποίο δίδεται η άδεια ιδρύσεως κοιμητηρίου γιά τούς Ρωμηούς τού Μεσαχώρου
και ανοικοδομήσεως ναού υπεράνω τού παμπαλαίου αγιάσματος. Ο ναός αυτός ήτο ξυλόπηκτος
και γρήγορα εφθάρη. Οπότε τό 1893 έκτισαν άλλον μεγαλύτερον τού πρώτου. Τελευταία επέμβασις συντηρήσεως έγινε τό 1937. ‘Εκτοτε εγκατελήφθη. Χρόνοι ζοφεροί, οικονομική δυσπραγία, συρρίκνωσις τού ρωμαίϊκου στοιχείου. Αυτά
και πολλά άλλα συνετέλεσαν ώστε ο ναός νά καταρρεύση και νά ερειπωθή τελείως. ‘Ομως ο Πανάγαθος Θεός πρεσβείαις τού αγίου Γεωργίου άλλως πως ωκονόμησε τά πράγματα. Ευρέθη ανήρ φιλογενής, ο εξ ‘Ανδρου Ελευθέριος Πολέμης, γόνος ιερατικής οικογενείας, ο οποίος ανέλαβε τό οικονομικόν βάρος
και ο ναός ανηγέρθη εκ βάθρων ωραιότερος μάλιστα τού παλαιοτέρου.
Καταστρέφων τον λόγον ηυχαρίστησε τον ευσεβή χορηγόν
και πάντας τούς συνυπουργήσαντας εις τό θεοφιλές τούτο έργον. Ωσαύτως ηυχαρίστησε
τον Παναγιώτατον διά τό ανύστακτον ενδιαφέρον του διά τούς ναούς τής Πόλεως, ως
και πάντας τούς προθύμως συρρεύσαντες φιλομάρτυρας ομογενείς.
Ακολούθως ωμίλησεν ο κ. Γεώργιος Παπαλιάρης, πρόεδρος τής Εκκλησιαστικής επιτροπής. ‘Εκαμε απολογισμόν τής τριετούς διακονίας τών επιτρόπων. ‘Ονειρο όλων όμως ήτο η ανοικοδόμησις τού Ναού τού Μεγαλομάρτυρος
και τροπαιοφόρου. Είπεν επί λέξει: <<Πολύ σημαντική είναι γιά μάς αυτή η στιγμή, που ο πόθος
και τό όνειρό μας πραγματοποιήθηκε. Ανεκαινίσαμε και εξωραίσαμε τον ιερόν αυτόν χώρο τού νεκροταφείου μας γιά νά συνεχίσουμε τήν ζωή μας στά ιερά αυτά χώματα, όπου είναι θαμμένοι οι πατέρες
και οι πρόγονοί μας. Είναι εξ άλλου ένδειξις τού πολιτισμού μας που αρμόζει γιά μάς τούς Ορθοδόξους Χριστιανούς. Σάς δίδουμε, Παναγιώτατε, τήν διαβεβαίωση ότι αυτό τό έργο θά συνεχίζεται ες αεί, δέν θά είναι μόνον γιά σήμερα που εορτάζουμε τά θυρανοίξια>>.
τον λόγον έλαβεν είτα ο δωρητής κ. Ελευθέριος Πολέμης. Υπενθυμίζει ότι είναι ο πρώτος ναός που ανοικοδομείται στήν Πόλι ύστερα από ενενήντα περίπου χρόνια (όπως
και άλλοτε είχα γράψει τελευταίος ήταν ο τής Αγίας Τριάδος Χαλκηδόνος).
<<’Οταν ήλθα στήν Πόλι γιά πρώτη φορά πριν από είκοσι χρόνια, ένοιωσα βαθειά απογοήτευση γι’ αυτό που λέμε Ελληνισμό τής Πόλης. Νόμιζα ότι όλα είχαν φθάσει στό <<τετέλεσται>>. Σήμερα έχω εντελώς αντίθετη γνώμη. Ο εδώ Ελληνισμός έχει
την δύναμη
και τό σθένος, και προσπαθεί και μεγαλουργεί.... Δέν φοβούμαι πλέον>>.
Υπενθυμίζει δέ εις τον Παναγιώτατον ότι όλα ξεκίνησαν από
την γνωριμία τους πρό διετίας στην Μανίλα τών Φιλιππίνων.
Τέλος ωμίλησεν η Α.Θ. Παναγιότης, ο Πατριάρχης. Μεταξύ πολλών
και άλλων είπεν ότι <<Είναι πάντοτε πολύ χαρμόσυνος η ώρα των θυρανοιξίων ενός Ναού, διότι επισημοποιεί τήν αγάπην τού πλάσματος πρός
τον Πλάστην του, η οποία είναι απλή ανταπόδοσις τής απείρου αγάπης τού Πλάσαντος πρός τό πλάσμα Του. Τό αληθές, άλλωστε, νόημα τής λατρείας η οποία συντελείται εις
τον ναόν, είναι η περιχώρησις τής αγάπης τού Θεού
και τού ανθρώπου, η οποία επεκτείνεται εις αληθή και χαροποιόν μέθεξιν εις τήν αγάπην τού ανθρώπου πρός
τον άνθρωπον>>.
Ευχαριστεί καθηκόντως τήν Εκκλησιαστικήν επιτροπήν διά τούς μόχθους τούς οποίους φιλοτίμως κατέβαλε, ως
και τον χορηγόν <<όστις εκινήθη αποκλειστικώς και μόνον εξ αγάπης πρός
τον Θεόν, πρός τήν Εκκλησίαν Του, πρός τον ‘Αγιον Γεώργιον
και τήν ομογένειαν. Τόσον πλήθος αγάπης δέν είναι δυνατόν νά μή συγκινήσει τάς καρδίας όλων
και νά μή χαροποιήση ημάς βαθύτατα>>. Παρακατιών δέ λέγει: <<Τά αδύνατα παρ’ ανθρώποις δυνατά παρά τώ Θεώ. Η Ελπίς ου καταισχύνει
και η πίστις κινεί όρη και επιτυγχάνει τά όλως ακατόρθωτα. Αλλά η πίστις είναι κατά
τον Απόστολον ελπιζομένων υπόστασις, πραγμάτων έλεγχος ου βλεπομένων. Εν προκειμένω ευρισκόμεθα ενώπιον πραγμάτων βλεπομένων
και ενώπιον μιάς ανελπίστου ελπίδος πραγματοποιημένης. Δέν ελπίζομεν πλέον
και δέν πιστεύομεν απλώς. Βιούμεν τήν πραγματικότητα τής πίστης ημών ως γεγονός εμπειρικόν.
Και εν τούτω και διά τούτο ευχαριστούμεν Κύριον τον Θεόν ημών τον χαριζόμενον ημίν τοιαύτας ωραίας
και πανευφροσύνους ώρας ως η παρούσα>>.
Και η <<πανευφρόσυνος>> όντως ώρα κατεκλείσθη διά τής επιδόσεως εις
τον δωρητήν τού Σταυρού τής Μεγάλης τού Χριστού Εκκλησίας διά χειρός τού Πατριάρχου. ‘Οστις εξελθών τού ναού απεκάλυψε τήν εν τώ δυτικώ τοίχω αναμνηστικήν πλάκα.
Εις τό προαύλιον τού ναού ανέμενε τούς προσκυνητές σεμνή δεξίωσις. Ο ανοιξιάτικος καιρός συνεδυάσθη μέ τά Πολίτικα μπερεκέτια. Αναψυκτικά, γλυκίσματα, αλμυρά, όλα πλούσια.
Και η επί γής στρατευομένη Εκκλησία ηνώθη μέ τήν εν ουρανοίς θριαμβεύουσα
και οι κεκοιμημένοι τού Κοιμητηρίου Μεσαχώρου σύμπανηγύρισαν μέ τούς ζώντες
και αγωνιζομένους...
Διαβάζω στό σπουδαίο βιβλίο τού Νίκου Ατζέμογλου <<Τ’ αγιάσματα τής Πόλης>>:
<<... τον Αύγουστο τού 1988 τό αγίασμα τού Αγίου Γεωργίου ήταν ξεχασμένο
και μόνον ο Παπάς τής ενορίας κάτι θυμότανε... Σέ μερικά χρόνια κανείς δέν θά θυμάται τήν ύπαρξη τού αγιάσματος αυτού που ήδη είναι θαμμένο στή λάσπη>>.
Αδελφέ μου, η προφητεία σου διεψεύσθη. Τό αγίασμα καθαρίσθηκε, ηλεκτροφωτίσθηκε, συνετηρήθη. Τό καλοκαιρι που θά πάς στήν Πόλι, πέρνα απ’ εκεί νά
πιεις αγίασμα. Νά ανακουφισθής, νά ξανασάνης. Νά συγχαρής αυτούς τούς νέους ανθρώπους που αγωνίζονται απρίξ
και οδάξ γιά τά όσια και ιερά τού Γένους μας. ‘Αν φορούσα καπέλλο θά τό έβγαζα. Πρός τιμήν των. Αλλ’ έστω
και μή φορώντας, αποκαλύπτομαι.
‘Ελεγαν οι αρχαίοι ότι ο αετός ανακαινίζεται αποβάλλοντας τό
παλιό φτέρωμά του. Τά νέα πτίλα τον αναζωογονούν, τον ξανανιώνουν.
‘Ετσι και η ομογένεια τής Πόλεως. ‘Επεσαν τά παληά φτερά τους. Σκόρπισαν στούς τέσσερις ανέμους, στίς πέντε ηπείρους. ‘Ομως βγάζει νέα πούπουλα. Ανακαινίζεται. Βγάζει νέους ανθρώπους μέ ζήλο, μέ αυταπάρνησι.
Και συνεχίζει τήν πορεία της. Και στόν εικοστό πρώτον αιώνα και πάντα. ‘Εως ότου <<σάλπιγξ ηχήση μέγα>>...
Αρχιμ. Δοσίθεος.