Ένα τριήμερο στην Πόλη.


Α’. ‘Έτσι ανοίγει το Τριώδιο στο Φανάρι.

Σάββατο τής 23ης Φεβρουαρίου.

     Η ώρα είναι 4η απογευματινή. Η καμπάνα τού Πατριαρχικού Ναού σημαίνει.

     Κατέρχεται ο Πατριάρχης. Με επανωκαλύμαυχο καί ένα εγκόλπιο. Σταματά στον νάρθηκα. - Ανάβει τυρί καθαρό στο μανάλι. Προσκυνεί τις εικόνες. Εισέρχεται στον ναό. Χωρίς μανδύα, χωρίς πατερίτσα. Ποιεί σχήμα προ τής Ωραίας Πύλης και ανέρχεται στο Παραθρόνιο. Οι χοροί δεν ψάλλουν το <<εις πολλά έτη δέσποτα>>. Αυτό το ψάλλουν μόνον όταν εισέρχεται ο Πατριάρχης μετά μανδύου και πατερίτσας και χοροστατεί από τού θρόνου. Κι’ αυτό γίνεται σε γιορτές επίσημες, δεσποτικές. Οι ψάλται απλώς στρεφόμενοι πρός τόν Πατριάρχη, <<ποιούσι σχήμα>> ήγουν υποκλίνονται.

     Ο ιερεύς ποιεί <<ευλογητόν>> και ο Πατριάρχης αναγινώσκει χθαμαλή τη φωνή τον Προοιμιακόν Ψαλμό. <<Ευλόγει η ψυχή μου τον Κύριον, Κύριε ο Θεός μου - εμεγαλύνθης σφόδρα». Σαν τελειώσει ο Ψαλμός άρχονται τα <<ειρηνικά>> υπό τού διακόνου. Στο <<υπέρ τού Αρχιεπισκόπου ημών Βαρθολομαίου>> ο διάκονος στρέφεται προς τον Πατριάρχη και υποκλίνεται. Τούτ’ αυτό πράττουν ο ιερεύς από τής Ωραίας Πύλης και οι ψάλται αμφοτέρων των χορών. Αντί τού <<εις πολλά έτη δέσποτα>> αντηχεί ένα απλούν <<Κύριε ελέησον>> από τον δεξιό χορό. Μετά την εκφώνησι τού ιερέως <<ότι πρέπει σοι πάσα δόξα>> ακούεται στεντόριος η φωνή <<Κέλευσον, δέσποτα άγιε, ήχος πλάγιος τού πρώτου. Είναι η εξαίτησις ευλογίας παρ’ ενός αναγνώστου εκ των δύο οι οποίοι την στιγμήν αυτήν ίστανται καταντικρύ τού Πατριάρχου.

     Μετά την Πατριαρχική ευλογίαν και κέλευσιν ο δεξιός χορός άρχεται τού <<Κύριε εκέκραξα>>. Ψάλλονται πρώτον τα τέσσαρα στιχηρά τού πλ. Α’ <<Διά τού τιμίου Σου Σταυρού, Χριστέ, διάβολον ήσχυνας>>. Εις τον στίχον <<εάν ανομίας Παρατηρήσεις, Κύριε, Κύριε, τις υποστήσεται>> ο άρχων Πρωτοψάλτης ανοίγει το Τριώδιον. Είναι το ιερό αυτό βιβλίον τής Εκκλησίας που χαρακτηρίζει όλη την Εκκλησιαστική Περίοδο από τής σήμερον έως τής Παννυχίδος τού Μεγάλου Σαββάτου. Τριώδιον καλείται γιατί κατά τις καθημερινές τής Μ. Τεσσαρακοστής ο κανών έχει τρεις ωδές, ενώ οι κανόνες έχουν συνήθως οκτώ και σπανίως εννέα. Είναι βιβλίο κατανυκτικό που καλεί τούς πιστούς εις μετάνοιαν, συντριβήν, επιστροφήν. Είναι βιβλίον γραμμένο με τα δάκρυα των αγίων Πατέρων μας. Είναι η διαχρονική προσφορά τους προς τούς αμαρτωλούς πάσης εποχής, άρα και τής δικής μας.

     Ο ήχος αλλάσσει, δίνεται πρώτος. Τα ίσα είναι χαμηλά, κατανηκτικά. «Μη προσευξώμεθα Φαρισαϊκώς, αδελφοί. Ο γαρ υψών εαυτόν ταπεινωθήσεται>>

     Αρχή πάντων των κακών η υποκρισία και η υπερηφανεία. <<Κρείσον γαρ αμαρτάνοντα επιστρέφειν ή κατορθούντα επαίρεσθαι>>... <<Ταπεινωθώμην, συνεχίζει το τροπάριο, εναντίον τού Θεού τελωνικώς διά νηστείας κράζοντες << Ιλάσθητι ημίν ο Θεός τοις αμαρτωλοίς>>.

     ‘Ερχεται το δοξαστικόν εις ήχον πλάγιον τού τετάρτου <<Παντοκράτορ Κύριε, οίδα πόσα δύνανται τά δάκρυα. Είναι τροπάριον απ’ τη φύσι του, απ’ τα λόγια του κατανυκτικό. ‘Οταν όμως ψάλλεται από τον ‘Αρχοντα Πρωτοψάλτη Λεωνίδα τον Αστέρη, που ο Θεός να τον δίνη υγεία - τότε δη τότε! Η συνείδησις ξυπνά, διεγείρει και ελέγχει. <<Εζεκίαν γαρ εκ των πυλών τού θανάτου ανήγαγον. Τον αμαρτωλόν εκ των χρονίων πταισμάτων ερρύσατο. Τον δε τελώνην εδικαίωσαν>>.

     Και έρχεται η Κατακλείς. Η δέησις, η ικεσία <<και δέομαι, συν αυτοίς αριθμήσας ελέησόν με>> 

     Γίνεται η είσοδος υφ’ ενός μόνον ιερέως μετά διακόνου. Ο Πατριάρχης αναγινώσκει το <<Φώς ιλαρόν>> χύμα ως απαιτεί η αρχαία τάξις. Και μετά τα <<πληρωτικά>> τα πέντε αναστάσιμα απόστιχα τού πλαγίου πρώτου είναι η σειρά τώρα τού δοξαστικού των αποστίχων. Εις τον αυτόν ήχον: <<Βεβαρυμένων των οφθαλμών μου από τών αμαρτιών μου, ου δύναμαι ατενίσαι και ιδείν τον αιθέρα τού ουρανού>>. Μόνη ελπίς ο Κύριος. Γι’ όλους για τον Πατριάρχη μας, για τον κλήρο, τούς μοναχούς, τον λαό τού Θεού. <<Αλλά μετανοούντα με δέξαι ο Θεός και ελέησόν με>>.

     Ο εσπερινός σε λίγο τελειώνει. Ο Πατριάρχης κατέρχεται τού Παραθρονίου. Ποιεί το σημείον τού Σταυρού τρίς υποκλινόμενος άμα προ τής Ωραίας Πύλης και ηρέμα απoχωρεί. Αθορύβως. ‘Οπως και αθορύβως εισήλθε.

     Είναι ημέρα ταπεινώσεως, περισυλλογής. ‘Ετσι γινόταν πάντα. Και στην Μεγάλη Εκκλησία με τούς τόσους και τόσους κληρικούς, όπου <<κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε Παπάς και διάκος>>, και στον ταπεινό ναό τού Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι. Η Μήτηρ Εκκλησία ζή την ταπείνωσί της, ζή την απόρριψι κάθε υπερβολής. Την απόρριψι παντός περιττού. Ζή τήν Ορθοδοξία της. Ζή και ανοίγει το Τριώδιο. Και θα το ανοίγη για πάντα, έως σύ έλθη ω απόκειται. Και για πάντα, και εις πείσμα πολλών. 

 Β΄ Ο μπακλαβάς τού κυρίου δημάρχου

 Κυριακή τού Τελώνου και Φαρισαίου

    Η Θ. Λειτουργία τελείωσε. Είχαμε Πατριαρχική Χοροστασία. Ο Πατριάρχης ειδοποιεί. Απόψε στις οκτώ η πατριαρχική Αυλή θα συνδειπνήση μετ’ Αυτόν. ‘Όλοι οι <<εσωκατάκελλοι>> κληρικοί. Μαζί τους και ο γράφων με την συνοδία του. Μεγάλη η τιμή για μάς. Μεγάλη η στοργή τού Πατριάρχου για εκείνους. Για τούς κληρικούς που μοχθούν μέρα και νύχτα για τον θεσμό, για την ιδέα, για το κύρος τού Πατριαρχείου. Ακολουθίες, Θ. Λειτουργίες, χοροστασίες, όρθροι, εσπερινοί, απόδειπνα, έγγραφα, δελτία, υπολογιστές. Υποδοχές Πατριαρχών, αρχιεπισκόπων, ξένων, δικών και ότι άλλο βάζει ο νούς σου. Εργασία συνεχώς, επίπονος και εν πολλοίς εξουθενωτική.

     Σάν ελάχιστη αμοιβή η μετά τού Πατριάρχου συνεστίασις. Αναγνώρισις έργου. Χαρά. Και κυρίως ευλογία.

     Σκέφθηκα. Και πού θα μάς χωρέση όλους η Πατριαρχική Τράπεζα; Ξανασκέφθηκα// αν δεν μάς χωρέση, οι υπόλοιποι θα πάμε στην τράπεζα τής Αρχιδιακονίας.

     Η ώρα έφθασε. Μέτρησα. Δυό εμείς και άλλοι δυο μένουν τέσσερις. Ο Αρχιδιακονεύων, ο Μ. Αρχιμανδρίτης, ο μέγας Σύγκελλος και τρείς διάκονοι. Αυτοί όλοι κι όλοι. Βάλε και τρείς - τέσσερεις άλλους που απουσιάζουν εις εντεταλμένας διακονίας ή εις σπουδάς. Μετά βίας μιά δωδεκάς. Αυτοί οι ολίγοι μέ ακόμη ολιγότερους λαϊκούς σηκώνουν όλο τό βάρος των υπηρεσιών τού Πατριαρχείου. Είναι οι <<εσωκατάκελλοι>> κληρικοί! Αυτοί που μέσα από τούς στενόχωρους τοίχους τού Πατριαρχείου διδάσκουν σ’ εμάς την πραγματικήν εν Χριστώ ελευθερίαν.

     Και ο μπακλαβάς τού Κυρίου Δημάρχου: Παρ’ ολίγον να τον ξεχάσω. Μετά το λιτό φαγητό λέγει ο Πατριάρχης: <<Συνεχάρην τον δήμαρχο τού Φατίχ (όπου σημειωτέον υπάγεται η περιοχή τού Φαναρίου) για το Κουρμπάν Μπαϊράμ (ήτο ήδη η τρίτη του ημέρα). Ευχαριστήθηκε πάρα πολύ για τις ευχές. Και μου έστειλε ένα ταψί μπακλαβά. Θα τον γευθούμε απόψε>>.

     ‘Οπως και έγινε.

     ‘Ισως ο μπακλαβάς να μη ήταν απ’ τού G ll oglu. Και δεν ήταν. Αλλά τι σημασία έχει αυτό; Σημασία έχει η χειρονομία. Χειρονομία ισλαμιστή δημάρχου. Υπενθυμίζει παλαιότερες εποχές. Εποχές όπου ο Πατριάρχης μετέβαινε στα Ανάκτορα έφιππος σε άλογο που ο Σουλτάνος τιμητικώς απέστειλε, και συνέχαιρε τον Πατισάχ για τις γιορτές τού μπαϊραμίου. Υπήρχε και αμοιβαιότης σχέσεων, που κάποτε σταμάτησαν αποτόμα. ‘Ηλθαν χρόνια δίσεκτα, δύσκολα, ζοφερά.

     Σήμερα κάτι πάει να σπάση ο Πατριάρχης καλείται στο iftar, σε διάφορες άλλες εκδηλώσεις των μουσουλμάνων. Αρκετοί επισκέπτονται το Πατριαρχείο. ‘Ερχεται άραγε άνοιξις; Την περιμένουμε, την επιθυμούμε. Και περισσότερο απ’ όλους ο Πατριάρχης μας. Πάντως ο μπακλαβάς τού κυρίου δημάρχου είναι μιά γλυκειά αρχή...

     Γ’ ‘Υστερα από ένα σχεδόν αιώνα...

     Η τελευταία Εκκλησία που χτίσθηκε στην Πόλη ήταν η τής Αγίας Τριάδος Χαλκηδόνος. Το 1909, αν δεν με απατά η μνήμη. Κατόπιν ήλθαν σαν χιονοστιβάδες τα γεγονότα. ‘Όλα άλλαξαν. Εκκλησίες που είχαν χτισθή γιά τριακόσιες χιλιάδες ανθρώπους έμειναν με δυό - τρεις χιλιάδες. Ποιός θα διανοείτο να χτίση καινούρια. Εδώ ερειπόνονταν οι υπάρχουσες, νέες θα χτίζανε; ‘Ήλθε όμως κάποια άλλη εποχή. Η εποχή τής Πατριαρχείας Βαρθολομαίου. ‘Όλες οι Εκκλησίες ανεκαινίσθηκαν. Το ίδιο και στις όμορες μητροπόλεις Χαλκηδόνος, Δέρκων καί Πριγκιπονήσων. Εκτός μιας. Αυτή έμεινε ξεχασμένη. Είχε ερειπωθή εντελώς. Ουσιαστικώς ήταν ανύπαρκτη. Είχε μείνη μόνον η ανάμνησις. Εδώ ήταν μιά παληά εκκλησία. Είχε και αγίασμα. Αρχαίο, βυζαντινό, βαθύ με στοά. Καταχωνιασμένο για πολλά πολλά χρόνια. Πάει κι αυτό όπως και τόσα άλλα... Αυτά τα είχα πληροφορηθή παλαιότερα από κάποιο σεβάσμιο λευίτη.

     Πηγαίνοντας για Πόλη συναντώ στο αεροδρόμιο παληό γνώριμο. Είναι Πολίτης γέννημα, θρέμμα. Απ’ τούς νέους, τούς δραστήριους. Είναι και επίτροπος στον ‘Αγιο Φωκά Μεσαχώρου (Ορτάκιοϊ). Και με άλλους νέους τής ομογενείας κάνουν πολλά έργα.

     <<Πήραμε ειδική άδεια απ’ τη κυβέρνηση και ξαναχτίζουμε τόν ναό τού Αγίου Γεωργίου στο κοιμητήριο τού Ορτάκιοι. ‘Ηταν εντελώς κατεστραμμένος και τον αρχίσαμε απ’ τα θεμέλια. Είναι μοναδική περίπτωσις να δίδεται τέτοια άδεια. Τον άκουσα με πολύ ενδιαφέρον. ‘Εμεινα όμως με την περιέργεια. Πρόκειται για εξ υπ’ αρχής οικοδομή ή απλώς για γωναία επισκευή; Κάτι μέ έτρωγε μέσα μου. ‘Ασε θα δω.

     Δευτέρα, 25η Φεβρουαρίου. Ψιλοχιονίζει. Παίρνω αμάξι (αραμπά τουρκιστί) και <<κατ’ ευθείαν>> για το Ορτακιόϊ. Κατ’ ευθείαν, τρόπος τού λέγειν δηλαδή. Ορτακιόι είπα στον οδηγό. <<Ταμάμ>> μου απαντά και κατά τα Θεραπειά με πάει. Στο Σωσθένειον (Ιστινιέ) το αντιλαμβάνομαι. Τον σταματώ. Είχε σκοπό να με πάη μέχρι και το Ρούμελη Καβάκ. Και εκεί θα μου πέταγε <<Νό πρόμπλεμ, παπαζ-εφέντη>>!

     Τέλος φθάνω στον προορισμό μου. ‘Ενας καλός ομογενής νέο παιδί, ελπίς τής ομογενείας, με οδηγεί στο Κοιμητήριο. Μάς ανοίγει τήν σιδηρόπορτα ο φύλακας. ‘Ενας γέρων κεκυφής, ο μπάρμπα Γιώργος. Μένει μόνος μέσα στο νεκροταφείο. Μόνη παρέα ο γάτος και οι πεθαμένοι. <<Εδώ γεννήθηκα, μου λέγει, εδώ μεγάλωσα, εδώ θα πεθάνω>>. Ναι πράγματι! Ο ναός ανοικοδομείται εκ θεμελίων. Εκ βάθρων όπως λέγουν παληές επιγραφές. Στεγάσθηκε κιόλας. Τώρα δουλεύουν στο δάπεδο και την οροφή. Είναι μιά χαριτωμένη μονόκλιτη βασιλική, αρκετά ευρύχωρη. Καθάρισαν και το αγίασμα. Θα ξαναλειτουργήση σύντομα και θα αγιάζη τούς πιστούς. Τούς όποιους πιστούς. Και εμένα τον γράφοντα. ‘Αν ζήσω θα ξαναπάω να δω την Εκκλησία τελειωμένη. ΝΑ πάρω αγίασμα. ΝΑ συγχαρώ αυτούς τούς νέους ανθρώπους. Αυτούς τούς λίγους που κάνουν τόσα πολλά. Που  κάνουν τόσα, όσα δεν έκαμεν άλλοτε οι πολλοί.

 

Καθηγούμενου  Ιεράς  Μονής  Παναγίας  της  Τατάρνης 

Αρχιμ. Δοσίθεου Κανέλλου 

(Επιμέλεια Σοφία Ορφανίδου)  

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ