|
«Η ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ ΤΩΝ
ΟΥΡΑΝΩΝ»
Εν μια δε των ημερών εβράδυνεν ωσαύτως εν τη εκκλησία, είτα ελθών εις την τράπεζαν εζήτησε παρά του τραπεζάρη, να τω δώση να γευματίση ο δε τραπεζάρης αγανακτήσας δια την άωρον έλευσιν του Εκκλησιάρχου, είπεν αυτώ μετ’ οργής, ότι πρέπει να έρχηται εις την τράπεζαν εις την διατεταγμένην ώραν και ουχί όταν θέλη και βούληται. Ταύτα ακούσας ο Εκκλησιάρχης ελυπήθη δια την τοιαύτην παρατήρησιν του Τραπεζάρη, και ούτω μάλλον επιμόνως εζήτει να τω δοθή γεύμα αλλ’ ο Τραπεζάρης είπεν αποφασιστικώς, ότι δεν έχει δι’ αυτόν ούτε τμήμα άρτου όθεν ο ταλαίπωρος Εκκλησιάρχης και νήστις, και ως δαιμονιών εξήλθε της τραπέζης και οι λογισμοί αυτού ο εις του άλλου σκοτεινότεροι γενόμενοι ήρξαντο να κυματίζωσι την διάπυρον και οξείαν αυτού καρδίαν, και να δαιμονίζωσιν αυτήν δια της προς τον Τραπεζάρην αδημονίας και αγανακτήσεως. Εν τοιαύτη λοιπόν ανωμάλω καταστάσει του πνεύματος επέστρεψεν εις τον Ναόν, όπου οι λογισμοί αυτού, ουχί μόνον δεν καθησύχασαν αλλά μάλλον ισχυροτέρως κατέθλιβον αυτόν και όλως εγένετο σχεδόν έξω φρενών. Εν τοιαύτη λοιπόν ταραχή και ζάλη του πνεύματος, και όλως εξεστηκώς επλσίασε προς την εικόνα της Θεομήτορος, και σταθείς ενώπιον αυτής ήρξατο λέγων επιτιμητικώς : «Έως πότε έσομαι υπηρετών σοι Θεοτόκε; Κόπους και κόπους και δι’ όλα ταύτα ουχί μόνον ουδέ άλλο, αλλ’ ουδέ τμήμα άρτου έχω εις υποστήριξιν των κεκοπιακυιών δυνάμεών μου» και με τους λόγους τούτους λαβών την μάχαιραν, δι’ ης πρότερον εκαθάριζε τους κηρούς εκ των μανουαλίων, αναπαλήσας τη χειρί αυτού έπηξεν αυτήν ισχυρώς εις την παρειάν της εικόνος, και ούτω κατέτρωσεν αυτήν και εν τω άμα εξετινάχθη και έρρευσεν κρουνηδόν αίμα εκ της πληγής, το δε όλον πρόσωπον της Θεομήτορος κατεκάλυψεν η ωχρότης, ώσπερ τινός αποθνήσκοντος εκ της πληγής και εκ του ρέοντος αίματος, αμέσως δε ο εικονοκτόνος κατεσχέθη από τρόμον μέγαν, έπεσεν ενώπιον της Αγίας εικόνος, και παταχθείς από φρίκην, εγένετο ώσπερ φρενόληπτος, αι αρμονίαι του σώματος αυτού παρελύθησαν, και έτρεμεν ως ο Κάϊν και φονεύς. Ευθέως εγνώρισαν το γεγονός άπαντες οι εν τω Μοναστηρίω και ελθόντες εις τον Ναόν ο τε Καθηγούμενος και οι αδελφοί, είδον εκθαμβούμενοι, ότι το εκ της παρειάς της αγίας εικόνος ρεύσαν αίμα εισέτι δεν εξηράνθη εν αυτή. Τότε αμέσως ο φονεύς ετυφλώθη και εγένετο φρενόληπτος. Ο δε ευλαβέστατος Ηγούμενος οικτείρων τον φονέα, εποίησε την επιούσαν νύκτα ολονύκτιον αγρυπνίαν, υπέρ ελέους και σωτηρίας αυτού και όμως τρία ολόκληρα έτη διέμεινεν ο δυστυχής έξω φρενών και τρέμων όλως και τυφλός από οφθαλμούς τέλος μετά παρέλευσιν των τριών ετών, η παρηγορία των μετανοούντων Υπεραγία Θεοτόκος, εφάνη κατ’ όναρ τω ηγουμένω και εφανέρωσεν αυτώ, ότι δια τας προσευχάς και μεσιτείας αυτών, συγχωρεί τω παραβάτη την ανομίαν ταύτην, και χαρίζει εν αυτώ την υγείαν, αλλ’ εν τούτοις, τω είπεν, η χειρ αυτού, δια την τόλμην και ιερόσυλον πράξιν εναντίον εμού μέλλει να κατακριθή εν τη Δευτέρα του Χριστού Παρουσία όθεν το πρωί ο φρενόληπτος πραγματικώς εσωφρονίσθη, και γενόμενος εν εαυτώ ανέβλεψεν αύθις καθαρώς τοις οφθαλμοίς αυτού, και έστη παντελώς ο τρόμος των μελών αυτού όθεν επί πολύ έκλαιε πικρώς και δια την τοιαύτην παραφροσύνην αυτού ωνόμαζεν τον εαυτόν του φονέα, και ποιήσας ενώπιον της παρ’ αυτού εσφαγμένης εικόνος εν στασίδιον, διεπέρασε το υπόλοιπον της ζωής αυτού εν αληθεί και ειλικρινεί μετανοία κατηγορών και μεμφόμενος εαυτόν, δια την ιερόσυλον αυτού τόλμην, και ταλανίζων την εαυτού δαιμονιώδη τόλμην.
|