|
|

«Η ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ ΤΩΝ
ΟΥΡΑΝΩΝ»
ΥΠΟ
ΙΩΑΝΝΟΥ Π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
ΑΘΗΝΑΙ 1971
Διήγησης : Πώς η Θεοτόκος ηυδόκησε να εκφρασθή εις τον Άγιον Πέτρον, ότι
θα είναι δια τους Αγιορείτας Κηδεμών, Ιατρός και Τροφεύς.
Ο αγιώτατος
Πέτρος, ο από Σχολαρίων, επειδή ήτο γνωστικός και σοφός ανήρ, εστάλη υπό
του Βασιλέως της Κωνσταντινουπόλεως με στρατεύματα εις τον πόλεμον, εις τα
μέρη της Συρίας όμως εξ επιθυμίας του Θεού ενίκησαν οι βάρβαροι και ο
Πέτρος ο Αθωνίτης ηχμαλωτίσθη και ερρίφθη εις βρωμεράν φυλακήν. Τότε
εγένετο μόνος του εξεταστής εις τον εαυτόν του και έλεγε : «Δικαίως έπαθα
ταύτην την συμφοράν, διότι πολλάς φοράς έταξα να γίνω Καλόγηρος και δεν
εξετέλεσα ότι υπεσχέθην εις τον Θεόν». Μετά παρέλευσιν καιρού, ενεθυμήθη
τον Άγιον Νικόλαον και ήρχισε μετά δακρύων να λέγη : «Άγιε Νικόλαε, αν και
είμαι ανάξιος να τύχω παρά του Θεού συγχωρήσεως και ελευθερίας, διότι
υποσχέθην να γίνω Καλόγηρος και δεν έγινα, δια τούτο και δε τολμώ να τον
παρακαλέσω δια να μη οργισθή περισσότερον, δέομαί σοι, πανάγιε Νικόλαε,
και βάζω εσένα μεσίτην και εγγυητήν μου εις τον Θεόν, εάν ελευθερωθώ, ουδέ
εις την πατρίδα μου την Κωνσταντινούπολιν να επιστρέψω, αλλά κατ’ ευθείαν
να υπάγω εις την Ρώμην και εις την εκκλησίαν του Αποστόλου Πέτρου να γίνω
Καλόγηρος».
Και ιδού ο Άγιος Νικόλαος επεφάνη εις αυτόν και λέγει : «Αδελφέ Πέτρε, την
παράκλησίν σου ήκουσα και την θλίψιν σου γιγνώσκω και υπέρ σου εδεήθην,
αλλ’ επειδή σύ ήργησας να εκπληρώσης την υπόσχεσίν σου δια τούτο δεν θέλει
να σε ελευθερώση όμως επειδή ιδική του είναι η εντολή, η οποία λέγει
«αιτείτε και δοθήσετε υμίν», δια τούτο ας συνεχίσωμεν παρακαλούντες την
φιλανθρωπίαν Του και ας πάρωμεν και συμβοηθόν μας, ίνα μεσιτεύση,ακαι τον
Θεοδόχον Συμεών, διότι αυτός παραστέκεται εις τον Θρόνον τον Δεσπατικόν
μετά του Προσδρόμου και της Θεοτόκου. Και πρόσεχε να μη φανώμεν ψεύσται
εις εκείνα που τάζομεν και ετάξαμεν». Τότε ο Όσιος Πέτρος ήρχισε
θερμότερον τας παρακλήσεις και ιδού ο Άγιος Νικόλαος λέγει εις αυτόν :
«Έχε θάρρος, αδελφέ Πέτρε, ότι εισηκούσθη η δέησις» ο δε Όσιος Πέτρος
εκύταξε και είδε τον μέγαν Συμεών φοβερόν εις το είδος του.
Ούτος εφόρει ιερατικήν
στολήν και εκράτει εις την χείραν του χρυσήν ράβδον. Λέγει δε προς τον
Όσιον Πέτρον :
«Εσύ είσαι που πειράζεις τον αδελφόν μας Νικόλαον, που έβαλες και ημάς
μεσίτας δια την παράκλησίν σου προς τον Δεσπότην μας Ιησούν Χριστόν να σε
ελευθερώση από την καταδίκην ταύτην;».
Ο δε Όσιος Πέτρος μετά βίας
είπε : «Ναι, άγιε του Θεού, εγώ είμαι ο ταλαίπωρος». Και πάλιν λέγει ο
Άγιος Συμεών : «Και επειδή έτσι μας έβαλες εγγυητάς σου εις τον Θεόν, θ
φυλάσσης από τώρα και εις το εξής αυτά που τάζεις, ότι δηλαδή θα γίνεις
καλόγηρος και θα περάσης την ζωήν σου ασκητικά;». Και προθύμως απεκρίθη
και λέγει ο Όσιος εν αληθεία αξιοπίστους μάρτυρας σας θέτω έμπροσθεν του
Θεού, ότι θα κάμω, ο δούλος σας και πάλιν λέγει ο δίκαιος Συμεών : «εφ’
όσον ούτως ωμολογήσας, έβγα από την φυλακήν ταύτην ανεμποδίστως». Τότε
άπλωσε το χέρι του με το ραβδί και ήγγισε τα σίδηρα με τα οποία ήσαν
καρφωμένα τα πόδια εις το ξύλον και παρ’ ευθύς διελύθησαν όπως το κερί εις
την φωτιάν και έγιναν άφαντα ο δε Άγιος Νικόλαος του έδειχνε τον δρόμον,
τον ωδήγησεν έως τα σύνορα της παλαιάς Ρώμης και ανεχώρησεν αφού του είπε
τούτο μόνον «Αδελφέ Πέτρε, καιρός είναι να εκπληρώσης γρήγορα την
υπόσχεσιν που έταξες τω Θεώ διότι εάν αργήσης και πάλιν γνώριζε μετά
βεβαιόητος, ότι θέλουν σε υπάγει δεμένον εκ νέου εις του Σαμαρά την
φυλακήν».
Τότε ο Άγιος Νικόλαος επεφάνη εις τον ύπνον του Πάπα κρατών τον Όσιον
Πέτρον εκ της χειρός και του διηγήθη καταλεπτώς όσα έπαθε και του είπε να
μην αργήση να τον κουρεύση καλόγηρον ο δε Πάπας μόλις εξύπνησε και
επειδή ήτο Κυριακή, επήγεν εις την εκκλησίαν και έμπροσθεν εις όλον το
πλήθος του λαού τον έκαμε καλόγηρον και τον αφιέρωσε τω Θεώ. Όθεν και μετ’
ολίγον καιρόν, με την ευχήν και ευλογίαν του Πάπα, ανεχώρησε και μετ’
ολίγας ημέρας έφθασε με πλοίον εις ένα ήσυχον καλόν λιμένα και ήραξαν εκεί
ο δε Όσιος Πέτρος αποκοιμηθείς ολίγον βλέπει την υπεραγίαν Θεοτόκον με
πολλήν δόξαν και τιμήν και λαμπρότητα και πλησίον της ιστάμενον τον Άγιον
Νικόλαον με πολύν φόβον και ευλάβειαν, να την παρακαλή και να λέγη : «Ω
Δέσποινα Θεοτόκε και Κυρία του κόσμου, επειδή τούτον τον δούλον σου
ηλευθέρωσας από την πικράν εκείνην αιχμαλωσίαν με τον πανάγιον θέλημα του
Σου Υιού και Θεού ημών, δείξε και τόπον ήσυχον δια να κάμη του Θεού το
θέλημα εις όλην του την ζωήν, καθώς και μόνος του το έταξεν.
Η δε Κυρία Θεοτόκος εστράφη και είπεν εις τον Άγιον Νικόλαον : «Η
κατοίκησις και η ανάπαυσις αυτού αλλού δεν είναι παρά μόνον εις το του
Άθωνος όρος, το οποίον έλαβα από τον Υιόν μου και Θεόν εις κληρονομίαν
ιδικήν μου, ίνα όσοι θέλουν να αναχωρήσουν από τας κοσμικάς φροντίδας και
συγχύσεις του κόσμου, έρχωνται να δουλεύουν τω Θεώ απερισπάστως και χωρίς
σύγχυσιν, και από του νυν λέγεται «Άγιον Όρος», και περιβόλιον ιδικόν μου,
και πολλά αγαπώ και βοηθώ εκείνους, οι οποίοι έρχονται εις αυτό να
δουλεύουν ολοψύχως τω Θεώ, και θέλει έλθει καιρός να πληρωθή από άκρου εις
άκρον με πλήθος Μοναχών. Δια τούτο χαίρεται και αγαλλιάται το Πνεύμα μου
εις αυτούς, διότι δια παντός αινούν και δοξολογούν το όνομα του εμού Υιού
και Θεού, δεν θέλω δε χωρισθή από αυτούς, αληθώς, εάν κάμουν και αυτοί τας
εντολάς Αυτού, και θα μεγαλύνω αυτό εις Ανατολήν και Δύσιν, Νότον και
Βορράν, και ακουστόν ποιήσω το όνομα αυτού εις όλον τον κόσμον και τους
υπομένοντας εις αυτό θλίψιν και στενοχωρίαν, μεγάλων χαρισμάτων αξιώσω εν
τη μεγάλην βοήθειαν με το να ελαφρύνω τους πόνους και κόπους αυτών και να
εκδιώκω τους νοητούς και αισθητούς πειρασμούς των εχθρών αυτών».
Μετά δε ταύτα, όταν το πλοίον έφθασεν εις το Άγιον Όρος, εστάθη και μήτε
εμπρός επήγαινε, μήτε οπίσω, αν και τα ιστία εκινδύνευαν να σχισθούν από
την βίαν του ανέμου, δια τούτο κλαίοντες και αναστενάζοντες οι ναύται
έλεγον ο ένας εις τον άλλον : «Ίσως κάτι επταίσαμεν εις τον Θεόν και δια
τούτο θέλει να μας καταποντίση εδώ». Όθεν ο Όσιος Πέτρος είπεν εις αυτούς
: «Εάν δεν με αποβιβάσητε και με αφήσητε εις τον τόπον τούτον, δεν θα
δυνηθήτε να αναχωρήσητε απ’ εδώ». Τότε, και μη θέλοντες, ηναγκάσθησαν και
απεβίβασαν τον Άγιον εις άκραν του όρους, εις το λεγόμενον Καραβοστάσι,
και εγένετο ο πρώτος ησυχαστής του Αγίου Όρους και πάντων των άλλων
ησυχαστώντο πρότυπον και παράδειγμα, πεντήκοντα δε και τρεις χρόνους
κατώκησεν εις την έρημον και εις σπήλαιον, το οποίον φαίνεται μέχρι
σήμερον, και εκεί επέρασεν αγγελικήν αληθώς και ουράνιον ζωήν, γυμνός και
ανυπόδητος, ως ο μέγας Ονούφριος, μετά του οποίου και συνεορτάζουν την
12ην του Ιουνίου.
Το όρος του «Άθω», αξιωθέν γενέσθαι κλήρος της Θεοτόκου είναι το
αντικείμενον της Μητρικής αγάπης και προνοίας υπέρ πάντων των αφιερωσάντων
εαυτούς εις τον ασκητικόν βίον. Η Υπεραγία Παρθένος εποπτεύει και μεριμνά
κατά την αυτής υπόσχεσιν υπέρ πάντων των ζητούντων την εαυτής βοήθειαν,
άλλοτε δια σημείων και θαυμάτων και άλλοτε φανερώς και αισθητώς, ώστε όχι
μόνον εις παν βήμα και εις πάσαν Μονήν υπάρχει θαυματουργός εικών και
προφορική ή και εγγράφος τις παραδόσις περί ορατής Προστασίας αυτής, αλλά
και η ιστορία του Άθω λέγει ότι υπάρχει ώσπερ τις χρονογραφία της μετά
θάνατον επιγείου βιώσεως της Αειπαρθένου Μαρίας. Εν τη Ιερά Μεγίστη Λαύρα,
καθώς εμφαίνεται εις τον βίον του Αγίου Αθανασίου, θέλει η πανάχραντος
Δέσποινα ίνα αύτη είναι μόνη Οικονόμος και λέγηται «Οικονόμισσα». Εις το
ιερόν Μοναστήριον του Χιλανδρίου η εικών της Τριχερούσης κατέλαβε την
θέσιν του Ηγουμένου και δεν θέλει να διορίζωσιν Ηγούμενον, αλλ’ αυτή η
ιδία κατέχει την θέσιν αυτού. Εν τη των Ιβήρων, ως γέγραπται εν τη
διηγήσει περί «Πορταϊτίσσης», ταπεινότατα θέλει και γίνεται θυρωρός,
προτιμώσα τον πλησίον της πύλης της Μονής μικρόν ναόν του μεγάλου
καθολικού Ναού. Και όταν η Κυρία Θεοτόκος εφάνη εις τον Όσιον Πέτρον τον
Αθωνίτην, του έδωκε μεγάλας και χαροποιούς υποσχέσεις περί του Όρους
τούτου, λέγουσα προς αυτόν επί λέξει τούτους τους λόγους, ως τους αναφέρει
ο μέγας της Θεσσαλονίκης Γρηγόριος Παλαμάς, εν τω υπ’ αυτού συγγραφέντι
βίω Πέτρου του Αθωνίτου και τους οποίους ημείς γράφομεν εδώ ελληνιστί δια
το αξιόπιστον.
«Έστιν Όρος επ’ Ευρώπης, κάλλιστον ομού και μέγιστον προς Λιβύην
τετραμμένον, επί πολύ της θαλάσσης είσω προϊόν, τούτο της γης απάσης
απολεξαμένη, τω Μοναχικώ πρέπον καταγώγιον, προσκληρώσαι διέγνων έγωγε…
Άγιον τούντελυθεν κεκλήσεται και των επ’ αυτού δε προς τον κοινόν
ανθρώποις πολέμιον αγώνα επαναιρουμένων, προπολεμήσω δια βίου παντός.
Και πάντως έσομαι τούτοις άμαχος σύμμαχος, των πρακτέων υφηγητής, των μη
πρακτέων ερμηνευτής κηδεμών, ιατρός, τροφεύς, ην άρα βούλει τροφή ντε
και ιατρείαν, όση τε προς το σώμα τείνει, και τούτο συνιστά τε και
λυσιτελεί και όση το πνεύμα διανιστά τε και ρώννυσι και μη του καλού
διαπεσείν συγχωρεί.
Συστήσω δ’ άρα τω Υιώ και Θεώ μου, οις αν γένηται καλώς καταλύσαι τήδε τον
βίον, των αυτοίς ημαρτημένων τελείαν εξαιτησαμένη παρ’ αυτού την άφεσιν».
(Πατρολογία Μίνη, τόμος ΡΝ’ ,Στήλη 1006).
Ήτοι : είναι ένα βουνό επάνω εις την Ρούμελην, ωραιότατον εν τυτώ και
υψηλότατον, κλίνον προς το νότιον μέρος, το οποίον εκτείνεται πολύ μέσα
εις την θάλασσαν τούτο το Όρος το εδιάλεξα εγώ από όλα τα μέρη της γης
και απεφάσισα να το αφιερώσω εις το να γίνη αρμόδιον κατοικητήριον των
Καλογήρων και Μοναχών και από τώρα και ύστερον, έχει να ονομασθή άγιον
και με όσους κατοικήσωσι τον κοινόν εχθρόν των ανθρώπων διάβολον, θέλω
συμπολεμήσει πρώτη τούτων και εγώ εις όλην την ζωήν αυτών
και θέλω γίνει
εις αυτούς ακαταμάχητος βοηθός θέλω τους διδάσκει εκείνα τα οποία πρέπει
να κάμνωσι και θέλω είσθαι εις αυτούς ΠΡΟΝΟΗΤΗΣ, ΙΑΤΡΟΣ και ΤΡΟΦΕΥΣ,
φροντίζουσα τόσον δια την τροφήν και ιατρείαν, ήτις συνιστά και ωφελεί το
σώμα, όσον και δια την τροφήν και ιατρείαν, ήτις δυναμώνει την ψυχήν και
δεν την αφήνει να εκπέση από το καλόν και την αρετήν. Και ταύτα μεν θέλω
κάμει εν τη ζωή αυτών μετά θάνατον δε, θέλω συστήσει εις τον Υιόν και
Θεόν μου εκείνους, οίτινες θεοφιλώς και εν μετανοία τελειώσουσι την ζωήν
αυτών εις το Όρος τούτο και θέλω ζητήσει από τον Υιόν μου τελείαν των
συγχώρησιν των αμαρτιών των.
Αυτή λοιπόν είναι η φήμη των μεγάλων υποσχέσεων, τας οποίας δίδει όχι
άλλος τις, αλλά μία Μήτηρ Θεού, η Βασίλισσα του Ουρανού και της γης
το
να έχη δηλαδή το Όρος τούτο ως ιδικόν της και να υπερασπίζεται, όχι μόνον
ζώντας, αλλά και μετά θάνατον, πάντας τους κατοικούντας εν αυτώ. Τούτω,
λέγω, ακούσαντες και οι Θείοι Πατέρες και Όσιοι, αφήκαν τον κόσμον και τα
εν τω κόσμω, πάντα, γονείς, συγγενείς, οικίας, υπάρχοντα, πλούτον, ηδονήν
και δόξαν, και ήλθον από κάθε μέρος της οικουμένης και κατώκησαν τον ιερόν
τούτο όρος Άθω, τον νοητόν και περικαλλέστατον της Θεοτόκου παράδεισον,
θαρρούντες όλως διόλου και ελπίζοντες μετά Θεού εις την προστασίαν και
σκέπην της Κυρίας του Όρους.

|
|