«Η ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ»
ΥΠΟ ΙΩΑΝΝΟΥ Π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
ΑΘΗΝΑΙ 1971


Διήγησις περί της Θαυματουργού Εικόνος του Αγίου ΓΕΩΡΓΙΟΥ του Μεγαλομάρτυρος



Επί βασιλείας Λέοντος του Σοφωτάτου Βασιλέως, εν έτει 919, ήσαν τρεις αδελφοί γνήσιοι, Μωϋσής, Ααρών και Βασίλειος ονομαζόμενοι και καταγόμενοι εκ της μεγαλοπόλεως Λυκνίδος, ήτις ύστερον ωνομάσθη Αχρίς (κοινότερον δε Οχρίδα).

Ούτοι δι’α την προς Θεόν αγάπην και ευλάβειαν, ην είχον, απεφάσισαν ίνα αφήσωσι τον κόσμον και πλούτον και δόξαν γένους και αναλάβωσι το Αγγελικόν σχήμα. Όπως δε θερμότερον και ανδρειότερον αντιπολενήσωσι τας του εχθρού μηχανάς, και νεκρώσωσι τέλεον τας ηδονάς της ιδίας αυτών σαρκός διά την Βασιλείαν των Ουρανών, εξελέξαντο εαυτοίς τελείαν αναχώρησιν και ήλθον εις το Άγιον Όρος του Άθω, ένθα ευρόντες τόπον ήσυχον εις τα πέριξ της νυν ιεράς Μονής του Ζωγράφου, εποίησαν εαυτοίς τρεις σκηνάς και κατώκησαν διά μακρού διαστήματος αλλήλων διαχωριζόμενοι, μόνη δε τη Κυριακή συνήρχοντο επί το αυτό.

Εξήλθε λοιπόν η φήμη της αρετής αυτών, και συνήχθησαν και έτεροι και προσεκολλήθησαν αυτοίς οίτινες και νεύσει Θεού ωκοδόμησαν Μοναστήριον ευρόντες τόπον επιτήδειον, και Ναόν, ον και ηθέλησαν επονομάσαι και οι μεν έλεγον του Αγίου Νικολάου, οι δε του αγίου Κλήμεντος Αρχιεπισκόπου Αχριδών, ως συμπατριώτου αυτών, έκαστος δηλαδή αυτών, προς ον είχε περισσοτέραν ευλάβειαν, και ούτω διετέλουν ασύμφωνοι ίνα δε συστείλωσι τας διαφωνίας και φιλονεικίας εκ της αδελφικής αυτών αγάπης, απεφάσισαν επί τέλους, ίνα διά προσευχής προσδράμωσι προς Θεόν και δεηθώσιν αυτώ θερμώς, ιν’ αυτός μόνος διατάξη και αποφασίση, τίνι εκ των Αγίων αυτού να καθιερώσωσι τον Ναόν, και τίνος εικόνα να ζωγραφίσωσιν επί της ετοιμασθείσης σανίδος.

Όθεν άπαντες και οι τρεις εστάθησαν εις προσευχήν, από αυτής της εσπέρας, έκαστος εν τω ιδίω ησυχαστηρίω, και ούτω προσευχωμένων αυτών, φως ασύνηθες λαμπρότερον τω του ηλίου ακτίνων, διεχύθη εκ της νεοδμήτου εκκλησίας επί των πέριξ υψωμάτων των κελλών αυτών και ούτως απορία και φόβω συσχεθέντες, διέμειναν καθ’ όλην την νύχτα εις τον αγώνα της προσευχής κατά δε την επιούσαν πρωίαν κατελθόντες τη εκκλησία, είδον μετ’ άκρου θαυμασμού, ότι επί της προετοιμασθείσης σανίδος εζωγραφίσθη η εικών του Μεγαλομάρτυρος και Τροπαιοφόρου Γεωργίου, ένθα κατά την παρελθούσαν νύκτα εξήρχετο η ουράνιος λάμψις, και κατεφώτιζε τα ταπεινά εκείνα ησυχαστήρια.

Ούτω λοιπόν επλήρωσεν ο Κύριος την αίτησιν αυτών και θαυμασίως εφανέρωσεν επί τίνος ονόματος να καθιερωθή ο ιερός Ναός.


Ένεκα λοιπόν της αγίας ταύτης Εικόνος, ο μεν Ναός επωνομάσθη του αγίου Γεωργίου, το δε Μοναστήριον του Ζωγράφου, υπό των ρηθέντων ευλαβεστάτων τριών Αδελφών, καθότι αύτη τη θεία νεύσει, αοράτω εζωγραφίσθη δυνάμει και χειρί.


Περί δε της Αγίας ταύτης Εικόνος διηγούνται τα εξής: ότι δηλαδή αύτη υπήρχεν εν τω Μοναστηρίω τω καλουμένω Φανουήλ τω ευρισκομένω εις την Συρίαν πλησίον της Λύδδης, της Πατρίδος του Μεγαλομάρτυρος, θαυματουργούσα εξαίσια και κατά τους λόγους του Καθηγουμένου της ρηθείσης Μονής του Φανουήλ, Ευστρατίου ονόματι, ότε επλησίασεν καιρός καθ’ ον ο πανάγαθος Θεός τη δικαία αυτού οργή, ηθέλησε να παραδώση πάσαν τη Συρίαν και συν αυτή και την του Φανουήλ ταύτην Μονήν τοις Σαρακηνοίς εις αφανισμόν, εν μία των ημερών η ζωγραφία της αγίας Εικόνος του Αγίου Γεωργίου, ορώντων των Αδελφών, απεχωρίσθη εκ της σανίδος αυτομάτως και ανυψώθη εκ του τόπου και εκρύβη εις μέρος όλως άγνωστον οι δε λυπηθέντες και φοβηθέντες αδελφοί εκ του τοιούτου θαύματος, έπεσον μετά δακρύων και παρεκάλουν τον Θεόν εν τω ονόματι του Μεγαλομάρτυρος αυτού Γεωργίου, ίνα φανερώση αυτοίς πού εκρύβη απ’ αυτών το πρόσωπον αυτού του αθλοφόρου και ο μεν Θεός εισήκουσε της δεήσεως αυτών, ο δε των αιχμαλώτων ελευθερωτής Μεγαλομάρτυς Γεώργιος παρηγόρησε τον ρηθέντα Καθηγούμενον του Φανουήλ διά της παρουσίας αυτού και «μη λυπείσθε δι’ εμέ», ειπών αυτώ ο φανείς Τροπαιοφόρος, «εγώ εύρον εμαυτώ Μονήν εν τω κλήρω της Θεοτόκου εν τω Άθωνι και αν θέλητε σπεύσατε και υμείς εκεί, καθότι η οργή του Κυρίου ετοίμως έχει εξαφθήναι, επί της διεφθαρμένης Παλαιστίνης και εφ’ απάσης σχεδόν της Οικουμένης διά τας αμαρτίας των Χριστιανών»!


Ο δε Καθηγούμενος συναθροίσας τους Μοναχούς ανήγγειλεν αυτοίς τα παρά του Αγίου λαληθέντα είτα προσκαλεσάμενος και τους εγκρίτους της πόλεως Λύδδης και ειπών τα περί της αγίας εικόνος, παρήγγειλεν αυτοίς λέγων : «παρακατέχετε υμείς την Μονήν και φυλάξατε αυτήν ημείς δε απερχόμεθα εις την αγίαν πόλιν Ιερουσαλήμ, ίνα προσκυνήσωμεν τον Άγιον Τάφον του Κυρίου, και το θέλημα του Κυρίου γενέσθω» και ευθέως μετά δακρύων και οδυρμών ανεχώρησαν και μετέβησαν εις Ιόππην, και εν πλοίω αναβάντες και ικανάς ημέρας πλεύσαντες έφθασαν Θεού οδηγία εις το ποθούμενον του Άθωνος Όρος, και περιήρχοντο εν αυτώ  και ελθόντες εις την Μονήν ταύτην, δηλαδή του Ζωγράφου, και εισελθόντες εις τον Ναόν, προς άρρητον αυτών χαρά και μέγαν θαυμασμόν, εύρον το εγκαταλειπόν αυτούς πρόσωπον του Αγίου Γεωργίου, υπό θαυμαστής ενεργείας και θείας πρόνοιας προσκοληθέν επί νέας σανίδος, και γνωρίσαντες αυτό όλως άτρεπτον και αναλλοίωτον, καθώς ην και εν τη του Φανουήλ Μονή το πρότερον, προσέπεσον έμπροσθεν της αγίας εικόνος και το έδαφος τοις δάκρυσι καταβρέχοντες έλεγον : «Τί τοσαύτη λύπη περιέβαλες ημάς, μεταναστεύσας ενθάδε, ώ Μεγαλομάρτυς Γεώργιε»! οι δε Μοναχοί της Μονής μόλις κατέπαυσον του δακρύειν επηρώτουν αυτούς τίς είναι η αιτία του τοσούτου αυτών κοπετού (καθότι δεν εγίνωσκον εισέτι τα παρά του αγίου πραχθέντα) οι δε εδιηγήθησαν αυτοίς άπαντα, όσα εις αυτούς διεπράξατο ο Άγιος κ’ακείνοι δε πάλιν εδιηγήθησαν τοις ελθούσιν, όσα και ενταύθα ενήργησεν ο αυτός Μεγαλομάρτυς Γεώργιος όθεν αμφότεροι εδόξασαν ολοψύχως τον Κύριον και τον αυτού θεράποντα μεγαλομάρτυρα Γεώργιον, τον δε ρυθέντα Ηγούμενον της του Φανουήλ Μονής Ευστράτιον και ενταύθα κατέστησαν Ηγούμενον.


Έκτοτε λοιπόν αφθόνως, ήρξαντο να εκτελώνται θαύματα εκ της του Μεγαλομάρτυρος Εικόνος, τοσούτον ώστε ο λαός εις πλήθος συνέτρεχεν εις την του Ζωγράφου, εις προσκύνησιν του Τροπαιοφόρου και η τούτων φήμη έφθασε και εις την Κων)πολιν και μέχρι του Παλατίου του Βασιλέως Λέοντος του Σοφού, και εις ένδειξιν της κατανυκτικής αυτού ευλαβείας και ζήλου θερμού, απεφάσισεν ο Αυτοκράτωρ αυτός, ίνα μεταβή εις το Άγιον Όρος, όπως ιδή και ασπασθή την θαυματουργόν εικόνα, και ευφρανθή πνευματικώς τη συνεντεύξει των ασκητών Μωϋσέως, Ααρών και Βασιλείου, τους οποίους άπαντες και πανταχού εγκωμίαζον. Μετά ταύτα επισκέφθη την του Ζωγράφου Μονήν και ο των Βουλγάρων Βασιλεύς Ιωάννης εκ Τουρνόβου και διά της πλουσίας αυτών συνδρομής και χρηματικής καταθέσεως ήρξατο να ανεγείρηται και ανηγέρθη το λαμπρόν και μεγαλοπρεπές του Ζωγράφου Μοναστήριον, αλλά μετά ταύτα κατεδαφίσθη υπό των βαρβάρων και πειρατών. Το δε νυν ιστάμενον Μοναστήριον ανωκοδομήθη επί των αρχαίων ερειπίων, υπό του Ηγεμόνος της Μολδαυϊας Στεφάνου.


Η αγία αύτη Εικών υπάρχει προς τούτοις επίσημος, καθότι εν αυτή μέχρι σήμερον διαμένει το άκρον του δακτύλου, δι’ ού ανευλαβώς και τολμηρώς ήψατο το του Τροπαιοφόρου πρόσωπον εις ολιγόπιστος Επίσκοπος περιερχόμενος το Άγιον Όρος διότι εκχυθείσης μακράν της φήμης των θαυμάτων της αγίας ταύτης Εικόνος, ευθέως μετά την αυτής ενταύθα φανέρωσιν, ήλθε μετά των άλλων των ακουσάντων τα τοιαύτα θαυμάσια και ο Επίσκοπος εκ των πλησιοχώρων επαρχιών (κατά παράδοσιν λέγεται ότι ην ο Βοδενών), όστις τα ταιαύτα θαυμάσια απέδιδεν εις εφευρέσεις της των Μοναχών φιλοχρηματίας, και ουχί εις την δύναμιν του Θεού, την ενδεικνυομένην εν τοις Αγίοις αυτού και ουδόλως επέιθετο πιστεύσαι την τούτων γνησιότητα και βεβαιότητα.


Όθεν ίνα πιστεύση τη ιδία εαυτού δοκιμή και ίδη τοις ιδίοις όμμασιν ο αμφιβάλλων Επίσκοπος, μετέβη εις το Άγιον Όρος και απήλθεν εις την Ιεράν Μονήν του Ζωγράφου, οι δε Μοναχοί υπεδέχθησαν αυτόν μετά της πρεπούσης τιμής, και λίαν ευτάκτως ωδήγησαν αυτόν εις τον Καθολικόν Ναόν, εις προσκύνησιν του Μεγαλομάρτυρος και Τροπαιοφόρου Γεωργίου αλλ’ ο Επίσκοπος αντί του δεικνύειν αίσθημα ταπεινόν, και πιστεύων εις τα του Τροπαιοφόρου θαύματα, να πλησιάση με σεβασμόν προς το θείον αυτού πρόσωπον, αντί λέγω του να πράξη ούτως, ως έδει, ο Επίσκοπος αυτός περιήλθεν αδιαφόρως πως τον Ναόν και άνευ της οφειλομένης σεμνότητος και σεβασμού έστι ενώπιον της του αγίου εικόνος, και μετά αδιαφορίας ηρώτησε τους Μοναχούς λέγων : «αύτη είναι άρα η παρ’ υμίν θαυματουργός εικών;» και με τον λόγον ήψατο, διά του δεικτικού αυτού δακτύλου της παρειάς του Τροπαιοφόρου αλλ’ ο Θεός δεν υπέφερε την τοιαύτην τόλμην του Επισκόπου, και ο άγιος Γεώργιος επαίδευεν αμέσως επί μέρους της αυτού αδιακρισίας μόλις ο Επίσκοπος ήγγισε τον εαυτού δάκτυλον προς την του Μεγαλομάρτυρος πορειάν, και ο δάκτυλος, ώ του θαύματος ! προσεκολλήθη καλώς ώσπερ τις παραφυάς εις την παρειάν.


Μάτην ο υπό του φόβου και του θάμβους παταχθείς επίσκοπος εδοκίμασεν όλαις δυνάμεσι να αποχωρίση τον εαυτού δάκτυλον εκ της εικόνος, καθότι ο δάκτυλος προσεκολλήθη εν αυτή και κατέθλιβεν αυτόν με πόνους μαρτυρικούς όθεν επί τέλους, ώφειλεν ο δυστυχής Επίσκοπος , να υπομείνη και άκων ανατομίαν πικράν και οδυνηράν, διότι έκοψαν τον του επισκόπου δάκτυλον, και επομένως εκ τούτου επληροφορήθη εντελώς και διά της πείρας την γνησιότητα και το αληθές και την ενέργειαν των θαυμάτων του Τροπαιοφόρου και Μεγαλομάρτυρος Γεωργίου.


Η Εικών αύτη του Αγίου Γεωργίου υπάρχει κεκοσμημένη δι’ ενδύματος αργυρού.
 

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ