«Η ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ»
ΥΠΟ ΙΩΑΝΝΟΥ Π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
ΑΘΗΝΑΙ 1971



ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΥΠΕΡΦΥΣΙΚΗΣ ΕΚΛΕΙΨΕΩΣ ΤΟΥ ΗΛΙΟΥ
ΓΕΝΟΜΕΝΗΣ ΕΙΣ ΤΗΝ ΣΤΑΥΡΩΣΙΝ ΤΟΥ ΠΑΝΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ



-Ειπέ μοι πόσα θαύματα περιέχει εν εαυτώ το εν θαύμα της επί της Σταυρώσεως του Θεανθρώπου Χριστού γενομένης υπερφυσικής εκλείψεως του ηλίου;

Επειδή ότε ο δεσπόζων των ουρανίων και επιγείων Ιησούς Χριστός ο Θεός ημών εσταυρώθη ισημερία ήτο εαρινή, ήτοι δωδεκάωρος η νυξ και επειδή ο ήλιος ουχί παρ’ εαυτού εσκοτίσθη, αλλ’ η σελήνη, αν και ήτο πανσέληνος, και δεκατεσσάρων ημερών υπελθούσα τον ήλιον και συνοδεύσα εσκότασεν τον ήλιον, καθώς ο θείος Διονύσιος ο Αρειοπαγίτης, και είδε διά των οφθαλμών του την σύνοδον ταύτην των δύο φωστήρων, του ήλιου και της σελήνης και την επισκότησιν εν Ηλιουπόλει της Αιγύπτου ευρισκόμενος συν τω Απολλοφάνει, και φανερώς γράφει περί αυτής της επισκοτήσεως εν τη προς Πολυκάρπον επιστολή τούτων, λέγω, ούτω προεγνωσμένων, βλέπε πόσα ηκουλούθησαν θαύματα, και πόσοι νόμοι της φύσεως μετεβλήθησαν εν τη υπερφυσική ταύτη εκλείψει, κατά την ημέραν της Σταυρώσεως του Χριστού.


Π ρ ώ τ ο ν, Ότι κατά τους νόμους της φύσεως, εν καιρώ πανσελήνου αδύνατον είναι να συνοδεύση ο ήλιος μετά της σελήνης επειδή τότε ευρίσκονται οι δύο φωστήρες κατά διάμετρον, εις απόστασιν δώδεκα ωρών. Ήτοι, εάν ο ήλιος ευρίσκεται εις το επάνω της γης μεσημβρινόν, και εις το κατά κορυφήν μέσον σημείον του ουρανού το καλούμενον Ζενίθ, η σελήνη ευρίσκεται επ’ ευθείας κατά διάμετρον, εις το υποκάτω της γης μέσον σημείον του ουρανού, το καλούμενον Ναδίρ. Και αντιστρόφως ομοίως, και εάν ο ήλιος ευρίσκεται εν τη δύσει, η σελήνη ευρίσκεται εν τη ανατολή. Αντιστρόφως όμως εν τη σταυρώσει του Θεανθρώπου Χριστού οι φυσικοί ούτοι νόμοι μετεβλήθησαν και έγινε σύνοδος ηλίου και σελήνης υπερφυσική και παράδοξος, ήτις ομοία ουδέποτε έγινε και ούτε πρόκειται να γίνη. Όθεν έγραφε τω Πολυκάρπω ο πορρηθείς μέγας Διονύσιος.


«Είπε δε αυτώ (τω Αππολοφάνει μείναντι εν τη απιστία) τί λέγεις περί τω σωτηρίω Σταυρώ γεγονυίας εκλείψεως; Αμφότερων γαρ τότε κατά Ηλιούπολιν άμα παρόντων τε και γαρ τότε κατά Ηλιούπολιν άμα παρόντων τε και συνεστώτων παραδόξως τω ηλίω την σελήνην εμπίπτουσαν εωρώμεν, ου γαρ συνόδου καιρός ήν».


Δ ε ύ τ ε ρ ο ν, Ότι η σελήνη παρεμπόδισεν έμπροσθεν, και εις μίαν στιγμήν επήρε δώδεκα ολοκλήρους ώρας. Εν τη στιγμή γαρ εκείνη, κατά την οποίαν έπρεπε να ευρεθή εν τω υποκάτω της γης Ναδίρ, αυτή η σελήνη ευρέθη εν τω υπεράνω της γης Ζενίθ.
Επειδή τρέξασα μετ’ αρρήτου και σχεδόν ανεννοήτου ταχύτητος, κάτωθεν από του μέσου του υπό γην ημισφαιρίου, έως εις το άλλο υπέρ γην ημισφαίριον, έφθασεν η σελήνη τον ήλιον, κατά το μέσον του ουρανού, εν μεσημβρία τη ώρα 12η (6η) της ημέρας εν η εσταυρώθη ο εκ μη όντων εις το είναι παραγαγών τα σύμπαντα, ο Παντοκράτωρ Χριστός και ούτω συνώδευσε μετ’ αυτού, η σελήνη τον ήλιον τρείς ώρας.


Τ ρ ί τ ο ν, Ότι η σελήνη αφού συνόδευσε μετά του ηλίου, το προς ημάς εστραμμένον μέρος αυτής, ήτοι ο δεκατεσσάρων ημερών ολόκληρος δίσκος της σελήνης έμεινε τελείως αφώτιστος στερηθείς ουχί μόνον του εκ του ήλιου ξένου φωτός, αλλά και του ιδίου. Έχει γαρ και η σελήνη φως ίδιον, το ονομαζόμενον τεφρόν, που προέρχεται εκ της ανακλάσεως του φωτός της γης, κατά την κοινήν γνώμην των παλαιών και νεωτέρων αστρονόμων.
Ώσπερ λοιπόν εν ταις νουμηνίαις οράται το ίδιον της σελήνης γως, διότι τότε υπό τον ήλιον έστιν, ως οι αστρονόμοι λέγουσι, ούτως έπρεπε και επί της Σταυρώσεως του Χριστού τουλάχιστον να οράται το ίδιον της σελήνης φως, υπό τον ήλιον αμέσως ευρισκομένης.
Τότε όμως η σελήνη και του ιδίου φωτός, στερηθείσα, περισσότερον εσκοτίσθη και εζοφώδη, παρά όσον σκοτίζεται και ζωφούται, όταν φυσικώς εκλείπη με κεντρικήν έκλειψιν, του ηλίου υπό την γην όντος • ήτοι όταν τη κωνοειδή σκιά της γης εμπίπτη η σελήνη και με όλον οπού τότε δεν ήτο κανέν τοιούτον αίτιον, όπερ να προξενή εις την σελήνην την βαθείαν επισκότησιν ταύτην.


Τ έ τ α ρ τ ο ν, Ότι η σελήνη, πανσέληνος μεν ευρισκόμενη φωτίστος δε, εσκέπασεν όλον τον δίσκον του ηλίου όθεν εχάθη σχεδόν και αφανής εγένετο τότε από των οφθαλμών των ορώντων ο ήλιος.
Εφάνησαν πάντα σχεδόν τα άστρα και η λαμπρά μεσημβρία της μεγάλης Παρασκευής, όπου εσταυρώθη ο Χριστός, έγινε βαθύτατον μεσονύκτιον.
Και ακολούθως η επισκότισις αύτη του ηλίου έγινε παγκόσμιος, και οικουμενική πράγμα το οποίον ουδέποτε ακολουθεί, όταν γίνηται η φυσική σύνοδος του ηλίου μετά της σελήνης, όταν είναι πανσέληνος. Διά τούτο είπον συμφώνως εμού και οι τρείς ευαγγελισταί, ο Ματθαίος «Και σκότος εγένετο επί πάσαν την γην» ο Μάρκος  «Σκότος εγένετο εφ’ όλην την γην», και ο Λουκάς  «Και σκότος εγένετο εφ’ όλην την γην».


Π έ μ π τ ο ν, Ότι η σελήνη, αφού εσκέπασεν όλον τον δίσκον του ηλίου ηκολούθησε μετ’ αυτού προς την δύσιν, σκεπάζουσα τον ήλιον τρείς ολοκλήρους ώρας, ήτοι έως της 3ης μ.μ. (ενάτης) ώρας, ως οι θείοι λέγουσιν Ευαγγελισταί δηλαδή ουχί κατ’ ολίγον ή ολίγον σκεπάζουσα τον ήλιον ή αποσκεπάζουσα κατ’ ολίγον καθώς ακολουθεί εις τας φυσικάς εκλείψεις αλλ’ επίσης όλον τον ήλιον σκεπάζουσα εν ταις τρισίν ώραι ταύταις, όπερ εστίν υπερφυές, παράδοξον και ακατάληπτον.


Έ κ τ ο ν, Ότι, αφού η σελήνη τρεις ώρας σκέπασε τον ήλιον, πάλιν τον εξεσκέπασε εναντίον όμως της φυσικής τάξεως διότι όταν του ηλίου και της σελήνης γίνηται σύνοδος φυσική, και επισκότισις του ηλίου μέρος, εκείνο πρώτον πάλιν φωτίζεται.
Τότε δε, το μεν πρώτον μέρος, όπερ εσκοτίσθη του ηλίου, εκείνον ύστερον φωτίζεται και πάλιν το ύστερον μέρος όπερ σκοτίσθη, εκείνο πρώτον φωτίζεται. Όθεν έγραφεν προς Πολύκαρπον ο αυτός θείος Διονύσιος περί τούτου λέγων «Και αύθις ουκ εκ του αυτού και την έμπτωσιν, και την ανακάθαρσιν, αλλ’ εκ του κατά διάμετρον εναντίου γεγενημένην».


Έ β δ ο μ ο ν, Ότι αφού η σελήνη ηκολούθησε μετά του ηλίου προς την Δύσιν, σκεπάζουσα αυτόν τρείς ώρας, έως της 3 μ.μ. (9ης ) ώρας της ημέρας, δεν τον ηκολούθησε περισσότερον, ουδέ συνεβασίλευσε μετ’ αυτού.



Αλλά αφίνουσα η σελήνη τον ήλιον εκεί, εις τον της 3ης μ.μ. (9ης ) ώρας τόπον του ουρανού, αυτή η σελήνη 9 ώρας οπισθοδρόμησεν και εγύρισεν πάλιν εις την ανατολήν.


Όθεν μετά τον διαχωρισμόν και έως ότου να προχωρήση ο ήλιος των τριών ωρών το διάστημα του ουρανού, όπου έμεινεν, έως ότου να τελειώση η ημέρα, και να βασιλεύση εις την δύσιν του, τότε και η σελήνη επισπεύδουσα, ως είπομεν και τας εννέα ώρας όπου ήτο απομακρυσμένη από την Ανατολήν, τας έτρεξεν μόνον εις τρεις ώρας, και επέστρεψεν εις την Ανατολήν.


Και ούτως, ότε ο ήλιος ευρέθη εις το άκρον της δύσεως και εβασίλευσεν τότε και η σελήνη ευρέθη κατά διάμετρον εις το άλλον άκρον της ανατολής, ώστε απεκατεστάθησαν πάλιν οι δύο φωστήρες, η σελήνη και ο ήλιος, και επανήλθον εις την φυσικήν τάξιν, και απόστασιν των 12 ωρών και εγένετο Πανσέληνος!
Όθεν και περί τούτου έγραφε τω Πολυκάρπω ο Διονύσιος «Αυθίς τε αυτήν (την σελήνην δηλ.) εωρώμεν από της 3ης μ.μ. (εννάτης) ώρας άχρι της εσπέρας εις την του ηλίου διάμετρον υπερφυώς αντικαταστάσαν. Ανάμνησον δε τι και έτερον αυτόν, (τον Απολλοφάνη δηλ.) οίδε γαρ ότι και την έμπτωσιν αυτήν εξ ανατολών εωράκαμεν αρξαμένην, και μέχρι του ηλιακού πέρατος επελθούσαν, έπειτα δε επιστρέψασαν».


Ώστε διά να συμπεράνωμεν τα προρρηθέντα, επί της Σταυρώσεως του σαρκοφόρου Θεού Ιησού Χριστού του Θεού ημών, η σελήνη δεκαπέντε ώρας προεπορεύθη ήτοι επήγεν έμπροσθεν του φυσικού δρόμου και διαστήματός της.
Δώδεκα μεν ώρας, έως ότου ήλθε από του κάτωθεν του μεσονυκτίου σημείου του ουρανού, του λεγομένου Ναδίρ και έφθασε τον ήλιον εις το της μεσημβρίας σημείον του αυτού ουρρανού, του λεγομένου Ζενίθ.
Τρείς δε ώρας, εν ταις οποίας ηκολούθησε τον ήλιον προς δυσμάς, σκεπάζουσα τον ήλιον.
Και εννέα ώρας η αυτή σελήνη επέστρεψε, ήτοι εγύρισε οπίσω εις την ανατολήν εγκαταλείψασα τον ήλιον 3 ώρας πριν να βασιλεύση ούτος.


Και λοιπόν η σελήνη εποίησε το εν νυχθήμερον αυτής εις ώρας ολοκλήρους τεσσαράκοντα δύο. Ήτοι, εξ μεν ώρας, ας είχε λάβει από της φυσικής αυτής δύσεως, έως ου ήλθεν εις το μέσον του υπό γην ημισφαιρίου, του λεγομένου Ναδίρ. Και 12 ώρας από Ναδίρ έως την μεσημβρίαν, 3 ώρας συμβαδίσασα μετά του ηλίου, 9 ώρας απόστασιν όπου επέστρεψεν εις την Ανατολήν, 12 ώρας από την Ανατολήν εις την Δύσιν της συμπληρώσασα, ως ελέχθη, το νυχθημέρον εις 42 ώρας.


Ιδού πόσα θαύματα περιέχει εν εαυτώ μοναχόν το εν θαύμα της υπερφυσικής και ακατανοήτου εκλείψεως του ηλίου, όπερ έγινεν επί της Σταυρώσεως του Κυρίου ημών Χριστού του Θεού. Δόξασον λοιπόν τον ένα της Αγίος Τριάδος Θεόν Λόγον, σαρκωθέντα Χριστόν, όστις, έστω και κατά σάρκα, όπου εκρεμάτο επί του σταυρού, αλλά κατά την θεότητα ΘΕΟΣ ΛΟΓΟΣ ων εστάθη και παντοδύναμος, διότι είναι το δεύτερον πρόσωπον της Παντοκρατορικής Τριάδος και ενήργει τοιούτα τεράστια, καθώς έλεγε πάλιν ο αυτός Άγιος Διονύσιος.


«Τοσαύτα εστι του τότε καιρού τα υπερφυή, και μόνω Χριστώ τω παναιτίω δυνατά, τω ποιούντι μεγάλα και εξαίσια, ων ουκ έστιν αριθμός». (Επιστ. Προς Πολύκαρπον).


Τούτο το πολυθαύμαστον θαύμα της εκλείψεως του ηλίου, ακριβώς ερευνηθέν, εστάθη αρκετόν να γνωρίση εις τον Διονύσιον, και Απολλοφάνη, ειδωλολάτρας τότε όντας, την θεότητα του μεγάλου Θεού Ιησού Χριστού. Ο μεν γαρ θείος Διονύσιος ταύτην θεωρήσας, προεμάντευσε και είπεν «Άγνωστος σαρκί πάσχει Θεός, δι’ ον το παν εζόφωταί τε και σεσάλευται». Ο δε ειδωλολάτρης μείνας Απολλοφάνης προεμάντευσε και αυτός, και είπεν εις τον θείον Διονύσιον. «Ταύτα, ώ καλέ Διονύσιε, θείων πραγμάτων, κατά τον Παχυμέρη μεταβληθήσεται γαρ η πλάνη προς την αλήθειαν το σκότος εις το φως ο θάνατος εις ζωήν ο άνθρωπος γεννήσεται Θεός, και τα τούτοις όμοια.


Την έκλειψιν ταύτην αναφέρει και Φλέγων εκ των Ελλήνων ο χρονογράφος, εν 13ω των χρονογραφιών και Ευσέβιος ο Παμφίλου και εκ των υστέρον, ο θείος Μάξιμος, ο Πολυμέρης, Γεννάδιος ο Σχολάριος, ο Νικηφόρος Θεοτόκης, και ο Ιησουίτης Κορδέριος εν τοις νεωστί εκδεδομένοις βιβλίοις εις δύο τόμους του αγίου Διονυσίου.
Και ο προφήτης Μωυσής περί της Σταυρώσεως του Χριστού φανερώς λέγει ως εξής. «Όψεσθε την ζωήν Υμών επί ξύλου κρεμαμένην απέναντι των οφθαλμών υμών».
Διά της οποίας εκάλεσεν ημάς ο Υιός του Θεού προς Θεογνωσίαν, γενόμενος άνθρωπος, ήτοι διά του Σταυρωθέντος και Αναστάντος Χριστού του Θεού ημών, η των δαιμόνων θρησκεία πέπαυται, και η ομοούσιος Τριάς, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα λατρεύεται, η κτίσις τω θείω αίματι του Χριστού ηγιάσθη, βωμοί ειδώλων καθηρέθησαν, Αναστάσεως ελπίς, διά της Χριστού Αναστάσεως εδωρήθη, διά Σταυρού, και διά των παθών του Χριστού και θάνατος κατηργήθη και διά της Αναστάσεως δε πάντα ταύτα κατωρθώθη.


Εις πάσαν την γην το Ευαγγέλιον της θεογνωσίας κεκήρυκται, ουχί πολέμω, και όπλοις, και στρατοπέσοις, τους εναντίους τροπούμενον αλλά δι’ ολίγων γυμνών, πτωχών, και αγραμμάτων, οίτινες διωκόμενοι, θανατούμενοι, τον Χριστόν Σταυρωθέντα σαρκί και θανόντα, και Αναστάντα κηρρύτοντες των σοφών και Βασιλέων ισχυρών και δυνατών κατεκράτησαν με του Σταυρωθέντος Χριστού, την παντοδύναμιν δύναμιν. Έπεται δε τω Σταυρώ και η Ανάστασις. Το σημείον λοιπόν του Εσταυρωμένου θεανθρώπου Χριστού προσκυνούμεν, διότι ένθα σημειωθή ο Σταυρός, εκεί και ο Χριστός διότι ο Θεός Λόγος, είναι πανταχού παρών και τα πάντα πληρών. Προσκυνούμεν την ύλην και πάντα όσα τω Θεώ ανακείμενα ως το σέβας προσάγοντες τω Θεώ εάν όμως ο χρυσός ή οι λίθοι είναι τίμιοι, μετά την του Σταυρού τυχωσιν εις την διάλυσιν δεν είναι προσκυνητέα. Σημείον δέδοται επί μετώπου ο Σταυρός, ον τρόπον εις τους Εβραίους η Περιτομή.


Όθεν και διά του Σταυρού οι πιστοί των απίστων και των βλασφημούντων τον Σταυρόν, αποδιϊστάμεθα και γνωριζόμεθα. Κατά τον αυτόν τρόπον οι Τούρκοι και οι Εβραίοι, οι εξ ανάγκης ευρισκόμενοι εις χριστιανικά κράτη, υποκρινόμενοι τον χριστιανόν, αποδιίστανται των χριστιανών με το σύνθημα της αναγνωρίσεως, διά της βλασφημίας Χριστού, Σταυρού και Παναγίας. Διά αυτό, όταν ακούωμεν τας βλασφημίας των χλευαζόντων τους Κληρικούς, τότε άνευ αντιλογίας και αμφιβολίας, πειθόμεθα ότι όλοι οι βλασφημούντες δεν είναι Χριστιανοί, αλλ’ είναι Τούρκοι, άπιστοι άθεοι και Μασσώνοι εκ των οποίων και ο Θεός απαιτεί δίκας, διότι ως η θεία Γραφή μαρτυρεί, ότι κατά τον κατακλυσμόν επήγαγε, και των Σοδομητών μετά των κατοικούντων ενέπρησεν γην, την Ιερουσαλήμ κατέστρεψε, και τους Εβραίους ηχμαλώτευσε και πανταχού εις την γην ως δραπέτας περιήγαγε αλλ’ οι Εβραίοι ουκ ηβουλήθησαν συνιέναι, ίνα πιστεύσωσι Χριστώ τω Θεώ, όπου διά του τοιούτου θαύματος της υπερφυσικής εκλείψεως την εαυτού θεότητα τοις ανθρώποις εδήλωσεν.


Ώ πρέπει η δόξα συν τω ανάρχω Πατρί και αγίω Πνεύματι εις αιώνας αιώνων.


 

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ