|
|

«Η ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ ΤΩΝ
ΟΥΡΑΝΩΝ»
ΥΠΟ
ΙΩΑΝΝΟΥ Π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
ΑΘΗΝΑΙ 1971
Διήγησις περί της
Θαυματουργού Εικόνος των Χαιρετισμών της Υπεραγίας Θεοτόκου της
ευρισκομένης εν τω Ιερώ Κοινωβίω του Διονυσίου
Περί της Θαυματουργού Εικόνος διεβεβαιούται, ότι αύτη η αγία Εικών εστίν
εκείνη η ίδια, ενώπιον της οποίας κατά πρώτον εξεφωνήθη ο υπό του
Πατριάρχου Σεργίου συντεθείς ακάθιστος ύμνος της Θεοτόκου, μετά την κατά
των Σκυθών τελείαν νίκην. Αφιέρωσε δε αυτήν ο ευσεβέστατος Βασιλεύς
Αλέξιος ο Κομνηνός εγχειρήσας αυτήν ιδιοχείρως τω Οσίω Διονυσίω τω της
Μονής Κτήτορι, ευρισκόμενος εις την Τραπεζούντα. Ούτως είναι γεγραμμένον
όπισθεν της εικόνος εν αργυρά πλακί.
Κατά δε το 1592 έτος πειραταί έκλεψαν αυτήν, αλλ’ εν μία των νυκτών εν
τρομερόν όραμα κατετρόμαξε τον αρχηγόν αυτών, τον οποίον διέταξε το όραμα
να επιστρέψη αυτήν ότε δε έφερον εις την Μονήν το κιβώτιον το περιέχον
την αγίαν Εικόνα και ήνοιξαν αυτό, εύρον αυτό πλήρες ευωδεστάτου μύρου
τούτο δε τόσον κατεφόβισε τινας των πειρατών, ώστε εγένεντο Μοναχοί.
Αλλά και κατά το 1767 έτος και δεύτερον έκλεψαν αυτήν ετερόθρησκοι, τους
οποίους ευρόντες καθ’ οδόν Χριστιανοί, αφήρεσαν απ’ αυτών την αγίαν Εικόνα
και μετεκόμισαν εις την νήσον Σκόπελον, όπερ μαθόντες οι Μοναχοί απήλθον,
ίνα παραλάβωσιν αυτήν εκείθεν, αλλά δεν ηδυνήθησαν, καθότι οι κάτοικοι δεν
ηθέλησαν να την δώσωσιν.
Μετά ταύτα, παταχθείσης απάσης της νήσου υπό λοιμικής νόσου, επέστρεψαν
αυτήν μόνοι αυτοθελήτως οι κάτοικοι εις την Μονήν, αφιερώσαντες και εν
Μετόχιον εις ευχαριστίαν εν τη ιδία νήσω Σκόπελω, το οποίον Μετόχιον και
μέχρι της σήμερον υπάρχει υπό την δεσποτείαν της Μονής.
Λείψανα του αγίου μύρου φαίνονται και μέχρι σήμερον επί της αγίας Εικόνος.
Η αγία αύτη Εικών ευρίσκεται εν τω παρεκκλησίω των Χαιρετισμών της
Υπεραγίας Θεοτόκου και καθ’ εκάστην εσπέραν εν καιρώ αποδείπνου
συνερχόμενοι άπαντες οι αδελφοί εν τω παρεκκλησίω τούτω, αναγινώσκουσι τον
Ακάθιστον ύμνον ενώπιον αυτής.
Ο Ρώσσος Προσκυνητής Βασίλειος Βάρσκων, όστις κατά το 1724 και 1744 έτος
επεσκέφθη το Άγιον Όρος, ούτως εκφράζεται περί της αγίας ταύτης Εικόνος :
«Εκεί (εν τω του Διονυσίου Μοναστηρίω) ευρίσκετο ουχί προ πολλών ετών και
Θαυματουργός εικών της Υπεραγίας Θεοτόκου, ήτις παραδόξως έβλυσε μύρον εξ
όλης της περιγραφής αυτής, ώστε και όλον το αργυρούν αυτής ένδυμα εβράχη
εκ του μύρου τα νυν δε ευρίσκεται εν τη Νήσω τη λεγομένη Σκοπέλω, ελθών
δε ποτε εις την Μονήν ταύτην εις πειρατής, αρχηγός των τότε λοιπών
πειρατών, και αρπάσας την αγίαν εικόνα δυναστικώς και παρά την γνώμην των
τότε λοιπών πειρατών, και π α ρ ά την γνώμην των εν αυτή Μοναχών,
κατακλείσας αυτήν εντός κιβωτίου αυτού εν τω πλοίω, απέπλευσεν απειλών και
υβρίζων τους Μοναχούς αποπλεύσας ουν μακράν κατ’ εκείνην την ημέραν, το
εσπέρας βλέπει τρις όναρ την Υπεραγίαν Θεοτόκον, απειλούσαν και λέγουσαν
αυτώ : «Διατί, πονηρέ κλειδούχε, κατησφάλισάς με εν τη φυλακή επίστρεψον
και μετακόμισόν με εν τω εμώ καταλύματι, ένθα ησύχως και ειρηνικώς διήγον».
Ούτος δε είτε μη κατανοήσας, είτε περιφρονήσας τους λόγους τούτους,
διϋπνισθείς ουδέν περί τούτου εφρόντισεν ούτε εσυλλογίζετο
και ευθέως
ηγέρθη εις την θάλασσαν άνεμος σφοδρός και τρικυμία φοβερά, ώστε το πλοίον
εκινδύνευεν αύτανδρον και τότε μόλις ενεθυμήθη περί της αγίας εικόνος,
όθεν έδραμεν εις το κιβώτιον αυτού και εύρεν αυτό συντετριμμένον εις πολλά
τμήματα, την δε αγίαν εικόνα περικεχυμένην υπό πλήθους μύρου ευωδεστάτου
ρέοντος εξ αυτής. Άμα δε έλαβεν αυτήν εις τας χείρας αυτού, ευθέως ήρξατο
και ο σφοδρός άνεμος και η τρικυμία να κατευνάζωνται, και προς τούτοις
εβιάζετο και υπό των συντρόφων αυτού, ίνα επιστρέψωσιν εις την Μονήν
όθεν προσορμισθέντες εις τον λιμένα παραλάβωσιν αυτής εντίμως. Οι δε
Μοναχοί ακούσαντες το τοιούτον θαύμα αμέσως κατήλθον ενδεδυμένοι τας ιεράς
στολάς, μετά λαμπάδων και θυμιαμάτων, και λαβόντες εκείνην την τίμιαν
εικόνα της Θεομήτορος, και φέροντες εις το Καθολικόν Ναόν έθεσαν αυτήν εις
τον διατεταγμένον αυτή τόπον. Ο δε πειρατής εκείνος εδείκνυε τα τμήματα
του κιβωτίου αυτού και τα εαυτού ενδύματα καταβρεγμένα από το εωδέστατον
εκείνο Μύρον, το ρεύσαν εκ της αγίας εικόνος, ώστε εξέστησαν άπαντες
πολλοί δε των συντρόφων αυτού αφέντες την πειρατικήν αποτρόπαιον εργασίαν
και αρπαγήν μετενόησαν και ανεχώρησαν απ’ αυτού, όσοι δε εσκληρύνθησαν τη
καρδία κακώς απωλέσθησαν».

|
|