«Η ΠΛΑΤΥΤΕΡΑ ΤΩΝ ΟΥΡΑΝΩΝ»
ΥΠΟ ΙΩΑΝΝΟΥ Π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ
ΑΘΗΝΑΙ 1971

 

Ειπέ μοι το θαύμα περί του αναστηθέντος Θετταλού υπό του ύδατος της Ζωοδόχου Πηγής



Εις το Πεντηκοστάριον τη Παρασκευή της Διακαινησίμου αναγινώσκεται ομοίως ότι, άνθρωπός τις εκίνησεν από την Θεσσαλονίκην με πολλήν ευλάβειαν να υπάγη εις την Κωνσταντινούπολιν εις τον Ναόν της Ζωοδόχου Πηγής να προσκυνήση ακούοντας τα εξαίσια θαύματα όπου ετέλει η Μεγαλοδύναμος Δέσποινα με το ύδωρ εκείνο, από το οποίον είχε πόθον να πίη εις αγιασμόν της ψυχής του.

Λαβών λοιπόν ικανά αργύρια διά έξοδον, διά να δώση εις τον Ναόν, εισήλθεν εις το πλοίον, και αρμενίζοντας του ήλθε βαρείαν ασθένειαν, όθεν γνωρίζοντας ότι αποθαίνει, είπεν εις τον ναύκληρον.

Νομίζω, ότι δεν ήμουν άξιος να προσκυνήσω το Ναόν της Υπεραγίας, ούτε να πίω απ’εκείνο το ύδωρ το αγιώτατον • και επειδή αι αμαρτίαι μου εμπόδισαν να μη υπάγω ζωντανός, ορκίζω σε εις το όνομα της Δεσποίνης Θεοτόκου να μη με ρίψης εις την θάλασσαν, αλλά να με βάλης εις ένα σεντούκιον, να με υπάγης εις εκείνον τον άγιον Ναόν, να με ενταφιάσης εκεί, και ούτω θέλεις έχει μεν βοηθόν την Παναγίαν, αφήνω σου δε και από τα χρήματά μου εκατό χρυσά, και τα επίλοιπα να τα δώσης εις τον Ναόν εκείνον, διά μνημόσυνον της ψυχής μου.

Ταύτα λέγων ο ασθενής, ώμωσεν αυτώ ο καραβοκύρης να κάμη το θέλημάτου • και ούτω παρέδωκε το πνεύμα.

Ο δε ναύκληρος εφύλαξε το λείψανον, και μετά τρεις ημέρας έφθασεν εις την Κωστανιτούπολιν, και βγάζοντας τον νεκρόν, προσεκάλεσεν ιερείς να ψάλλουν κατά την τάξιν και να το ενταφιάσουν εις τον άνωθεν Ναόν της Παρθένου.


Και καθώς τον έψαλλαν, εφάνη του Εφημερίου να ανοίξη το σεντούκι, διότι δεν εβρώμα ως οι άλλοι νεκροί.

Ανοίξαντες λοιπόν έρριψαν επάνω εις το λείψανον τον πηλόν σταυροειδώς, κατά το συνήθες, λέγων, τον πηλόν ο κεραμεύς ζωοπλαστήσας ανεθηκάς μοι• και τα εξής. Τότε λαβών εις σύντροφος του πλοίου ολίγον ύδωρ της Ζωοδόχου Πηγής και πλησιάσας τω νεκρώ είπε ταύτα.

Ω πτωχέ, πόθον είχες να πίης από τούτο το ύδωρ και δεν επρόφθασες αλλά καν τώρα νεκρός αποδέξου το.

Ούτως ειπών έχυσε το νερόν εις το λείψανον και ευθύς (ώ των υπερφυών θαυμασίων σου ζωοπαρόχε Δέσποινα) ηγέρθη ο νεκρός και εκάθησε δοξάζων τον Κύριον και την Μακαρίαν Παρθένον.

Πόσην έκπληξιν, αδελφοί μου, νομίζετε να έλαβον οι περιεστώτες και μάλιστα οι ναύται, όπου ήτο ημέραι τέσσαρες, να αναστηθή ως τετραήμερος Λάζαρος;

Αλλ’ αυτοί μεν περισσώς εθαύμαζον• ο δε νεκρόγερτος ευχαρίστησεν ικανώς την Υπεραγίαν, και δεν αστόχησε την ευεργεσίαν αλλ’ ως ευγνώμων έμεινεν έως τέλος εις τον Ναόν της υπηρετών μετά πάσης προθυμίας γενόμενος Μοναχός ευλαβής και ενάρετος.


Ήρχοντο δε από διαφόρους τόπους, και τον ηρώτων διά τον Άδην αλλ’ αυτός ουδέν επεκρίνατο καθώς ο Λάζαρος.

Ζήσας δε θεάρεστον και θαυμαστήν πολιτείαν χρόνους είκοσι μετά την αυτού αναβίωσιν, ανεπαύσατο εν Κυρίω.

Ώ, δόξα εις τους αιώνας. Αμήν.

 

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ