|
ΤΟΥ ΕΝ ΟΣΙΟΙΣ
ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΝΕΙΛΟΥ ΣΟΡΣΚΥ
ΛΟΓΟΣ Η' ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΗΡ ΗΜΩΝ ΝΕΙΛΟΥ
Όταν όμως ενίοτε δεν δυνάμεθα να εύρωμεν ούτε έστω ολίγον δάκρυο δια την αδυναμία και αμέλεια ημών ή δι' άλλας τινάς αιτίας, τότε δεν πρέπει να παύσουμε, ούτε να ολιγοψυχήσωμεν, αλλά να πενθήσωμεν και να στενάξωμεν και να θρηνήσωμεν και να λυπηθώμεν δια την αναζήτησιν ταύτην μετά χρηστής ελπίδος «διότι ή λύπη της διανοίας αναπληρώνει το μέτρον πάντων των σωματικών έργων», λέγει ό άγιος Ισαάκ. Και πάλιν ό Κλίμακος είπεν «Εκείνοι, οι οποίοι διό την ζήτησιν των δακρύων ταλανίζουν και καταδικάζουν το εαυτόν των με σκυθρωπότητα των στεναγμών και βαθύν οδυρμό και απορία, αυτοί δύνανται να αναπληρώσουν ακινδύνως τον τόπον των δακρύων -ταύτα-, αν και αυτά θα θεωρηθούν ύπ' αυτών ως «μηδέν». Συμβαίνει δε ενίοτε να μη υπάρχουν δάκρυα ω ασθενείας, -όπως λέγει ο άγιος Ισαάκ-, όχι μόνο εις τον ζητούντα αυτά, αλλά και εις τον ευρόντα και λαβόντα το δώρον των δακρύων παύουν ταύτα και ή θέρμη ψυχραίνεται δια σωματική ασθένεια». Και ό Συμεών ό Νέος Θεολόγος, ομιλών περί των δακρύων και διδάσκων ότι πρέπει πάντοτε να κλαίωμεν, λέγει• «αν και τούτο δια τίνα άρρητον οικονομία ή ενόχλησιν αιτίας τινός συμβαίνει εις τίνα σπανίως». Και πάλιν λαβών από τας Γραφάς, δίδαξε ούτω, —και εκτός τούτων ό Δαυίδ είπε• «Θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ό Θεός ουκ εξουδενώσει». Και πρεπόντως είπεν. Όθεν οφείλομεν με πνεύμα και καρδίαν συντετριμμένα και τεταπεινωμένα να θλιβώμεθα εις τον νουν και να λυπώμεθα και να ζητώμεν τα δάκρυα. Αν λοιπόν αληθώς θελήσωμεν να ζητήσωμεν ταύτα, πρέπει κατά τον τρόπον εκείνον, τον οποίον διατάσσει ή Αγία Γραφή. Προ πάντων ο Συμεών ό Νέος Θεολόγος γράφει περί τούτων λεπτομερώς και υπενθυμίζει τα ρητά του Δαυίδ και παραθέτων το απόσπασμα από το ανάγνωσμα του Κλίμακος δια την Τετάρτην, το οποίον έχει ούτω• «Δίψα και αγρυπνία εξέθλιψαν καρδίαν, καρδίας δε θλιβείσης, εξεπήδησαν ύδατα», λέγει• «Όστις θέλει να μάθει όσα άλλα μας διαλέγεται περί τούτων, ας εγκύψει εις το ίδιο το βιβλίο». Άλλα πρέπει να θλίψωμεν το σώμα μόνον όταν δεν καταπονείται ή του σώματος, επειδή τότε δεν είναι ωφέλιμων να πολεμήσωμεν την φύσιν, «διότι όταν βιάσης σώμα ασθενές εις έργον υπέρ την δύναμίν του, τότε επιφέρεις σκότωσιν επί σκότωσειν στην ψυχήν και επιβάλλεις εις αυτήν μάλον σύγχυσιν», λέγει Όστις άγιος Ισαάκ και οι λοιποί Πατέρες συμφωνούν προς αυτό. Τούτο δε ελέχθη υπό των Πατέρων περί της αληθούς ασθενείας, όχι περί της προσποιητής, ήτις είναι ασθένεια του λογισμού. Εις δε τα λοιπά καλόν είναι να βιάσωμεν τον εαυτόν μας, όπως λέγει ό άγιος Συμεών. Διότι αυτός έγραψε και αλλά περί τούτων, λέγων «Όταν ή ψυχή ημών ευρέθη εν τοιαύτη κατάσταση, δεν θα παρέλθει ουδέποτε χωρίς δάκρυα». Ημείς δε αν δεν δυνάμεθα να αναγάγωμεν τον εαυτόν μας εις τοιαύτα μέτρα, ας σπουδάσωμεν να φθάσωμεν εκείνα έστω εν μικρό μέρει και ας ζητήσωμεν ταύτα μετά πόνου καρδίας παρά Κυρίου του Θεού. Διότι οι άγιοι Πατέρες λέγουν, ότι ή Χάρις των δακρύων είναι ένα εκ των μεγάλων χαρισμάτων του Θεού και προστάσσουν να το ζητήσωμεν από τον Κύριον. Ο μεν όσιος Νείλος ό Σιναΐτης λέγει• «Προ πάντων δια την λήψιν των δακρύων προσεύχου!». Ο δε μακάριος Γρηγόριος Όστις αγιότατος πάπας 'Ρώμης γράφει• «Εάν τίνες παραμένουν εις τα καλά έργα και ηξιώθησαν των λοιπών χαρισμάτων, αλλά δεν έλαβον τα δάκρυα, αυτοί πρέπει να ζητήσουν ταύτα, δια να κλαύσουν τα πριν ύπ' αυτών πεπραγμένα κακά είτε δια τον φόβον της κρίσεως, είτε δια την αγάπη της Βασιλείας των ουρανών και ούτω λοιπόν θα εισέλθουν και ούτοι εκεί, όπου διαμένουν οι μεγάλοι και ζέοντες από την αγάπη». Και αναφέρει την εξής παραβολή της Αγίας Γραφής• Η Ασχά, ή θυγάτηρ του Χάλεβ, καθήμενη επί του οναρίου και αναστενάξασα, ζήτησε από τον πατέρα της γη υδρευόμενη, λέγουσα ότι• «ξηράν μου έδωσας, πρόσθες εις έμέ και υδρευόμενη!». Και της έδωσε ό πατήρ της υδρευόμενη, ή οποία είναι άνω και υδρευόμενη, ή οποία είναι κάτω. Και ή μεν Ασχά συμβολίζει την ψυχήν καθήμενη επί του οναρίου, τουτέστιν επί των αλόγων σαρκικών κινήσεων. Το δε «αναστενάξασα εζήτησεν από τον πατέρα της γήν υδρευόμενη» σημαίνει ότι πρέπει να ζητήσωμεν την δωρεάν των δακρύων μετά μεγάλου στεναγμού παρά του Κτιστού ημών. Και οι λοιποί Άγιοι συμφωνούν προς τούτο. Πώς όμως να ζητήσωμεν και να προσευχηθώμεν δια ταύτα; Και από που να βάλωμεν αρχήν, ει μη από τας Θείας Γραφάς; Διότι δεν είμεθα ικανοί από τον εαυτόν μας να επινοήσωμεν κάτι, άλλ' ή ικανότης ημών είναι αί θεόπνευστοι Γραφαί, όπως έγραψαν οί Άγιοι.
Του υμνογράφου• «Ω Χριστέ, Βασιλεύ των απάντων, δός μοι δάκρυα θερμά ίνα θρηνήσω την ψυχήν μου, ην κακώς απώλεσα. Ως οικτίρμων δώρησαί μοι, Χριστέ, νεφέλην δακρύων θείας κατανύξεως, ίνα κλαύσω και αποπλύνω τον εκ των ηδονών μου ρύπον και αναδειχθώ σοι καθαρός. Δός μοι δάκρυα, Θεέ, ως πάλαι τη γυναικί τη αμαρτωλώ».
Εν τούτοις, αν κανείς εύρει αυτά με οποιονδήποτε τρόπον, πρέπει να μετέρχηται τούτον και να κρατήσει τον κλαυθμόν μέχρις ότου παρέλθει. «Διότι, —είπον οί Πατέρες—, ό θέλων να ελευθερωθεί από τας αμαρτίας, θα ελευθερωθεί άπ' αυτάς δια του κλαυθμού και Όστις θέλων να μη αποκτήσει αυτάς, δια του κλαυθμού δεν αποκτά αυτάς». Διότι αυτή είναι ή οδός της μετανοίας και ό καρπός της και δια πάντα καθ' ημών επαγόμενο πειρασμόν και δια πάντα εχθρικό λογισμό πρέπει να κλαύσωμεν ενώπιον της αγαθότητας του Θεού, δια να μας βοηθήσει, και θα μας αναπαύσει ταχέως, Όταν προσευχηθώμεν μετά γνώσεως. Ό Συμεών Όστις Νέος Θεολόγος ονομάζει πάσας τας αρετάς στρατιάν, βασιλέα δε και στρατηγόν το πένθος και τον κλαυθμόν, «διότι εκείνος, —λέγει—, εξοπλίζει και ενισχύει και διδάσκει τον στρατόν, πώς να μάχηται με τον εχθρόν εις πάσας τας επιχειρήσεις και φυλάττει αυτόν από τας επιδρομές του αντιπάλου». Αν ποτέ Όστις νους ημών ευρέθη εις λογισμούς μη επαινετούς ή εναντίους, είτε προερχομένους από την ακοήν ή από την δράσιν, αν κρατήται από την αγάπη προς τα φυσικά πράγματα ή από θλίψιν ανωφελή και αν εύρωμεν εις τα τοιαύτα δάκρυα, πρέπει να τα μεταβάλωμεν εις ωφέλιμα ή εις δοξολογίαν του Θεού ή εις εξομολόγησιν, ή να τα μεταφέρωμεν εις τον θάνατον και την δική και τας κολάσεις και τα λοιπά και ούτω να κλαύσωμεν. Διότι ό της Κλίμακος λέγει• «Το να μεταβάλωμεν τα δάκρυα από εναντία ή φυσικά εις πνευματικά είναι αξιέπαινο». Όταν όμως Χάριτι Θεού ή ψυχή ημών κατανυχθή και δακρύσει αυτομάτως χωρίς την πρόθεσιν και σπουδήν ημών, ταύτα είναι επίσκεψις του Κυρίου και δάκρυα ευλαβή, τα οποία πρέπει να φυλάξωμεν ως κόρην οφθαλμού μέχρις ότου υποχωρήσουν, επειδή έχουν μεγάλην ισχύν προς εξάλειψιν των αμαρτιών και των παθών, περισσότερον από τα δάκρυα, τα οποία γίνονται δια της ιδίας ημών σπουδής. Όταν δε δια της προσοχής, τουτέστιν της φυλακής της καρδίας, φανεί εν τη προσευχή από την Θείαν Χάριν ή πνευματική ενέργεια, ήτις εμβάλλει θερμή θάλπουσαν την καρδίαν και παρηγορεί την ψυχήν και αφράστως αναφλέγει αυτήν προς Θείαν και ανθρώπινη αγάπη και ευφραίνει τον νουν και δίδει την έσωθεν γλυκύτητα και χαράν, τότε τα δάκρυα προχέονται αυτομάτως και αβιάστως αναπηγάζουν άφ' εαυτών και παρηγορούν την επίπονων ψυχήν, ήτις «δική νηπίου κλαίει καθ' έαυτήν και συνάμα μειδιάται φαιδρώς», όπως λέγει ό της Κλίμακας. Τούτων των δακρύων είθε να μας αξιώσει ό Κύριος, επειδή δι' ημάς τους αρχαρίους και έτι απείρους άλλη μεγαλύτερα παρηγοριά από ταύτην δεν υπάρχει. Διότι όταν με την Θείαν Χάριν αυξηθεί το χάρισμα Τούτο εντός ημών, τότε θα επέλθει ανακούφισης από τους πολέμους και γαλήνευσης από τους λογισμούς εις τον νουν, όστις τρέφεται και ευφραίνεται από την προσευχή ως από δαψιλή τροφή, ενώ εκ της καρδίας αναπηγάζει ανέκφραστος τις γλυκύτης και προχέεται εις όλον το σώμα και μεταβάλλει εις όλα τα μέλη τον πόνο εις γλυκύτητα. «Αυτή είναι ή
παράκλησις ή τικτομένη εκ του κλαυθμού—, λέγει Όστις άγιος Ισαάκ, —ή οποία
δίδεται εις έκαστων κατά την δοθείσαν εις αυτόν Χάριν συμφώνως προς τον λόγον
του Κυρίου. Τότε ό άνθρωπος είναι εν τοιαύτη χαρά, οποία δεν ευρίσκεται εν τω
αιώνι τούτω και ουδείς γνωρίζει ταύτα ει μη όστις εξέδωκεν εαυτόν εξ όλης ψυχής
εις το έργον τούτο»
|