|
Π. ΑΡΣΕΝΙΟΣ. Ο ΚΑΤΑΔΙΚΟΣ
''ΖΕΚ - 18376''
ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ
4) Τρεις θάνατοι
Αναμνήσεις της Λιουντμίλα Σεργκέγιεβνα από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο
Με πήραν στο στρατό από την πρώτη μέρα του πολέμου, μολονότι είχα ήδη γιο. Με
τοποθέτησαν σε μια κινητή χειρουργική μονάδα για ελαφρά τραυματισμένους.
Ταξιδεύαμε με προορισμό το Μίνσκ, αλλά, λίγο μετά το Σμολένσκ, πήραμε εντολή να
γυρίσουμε πάλι πίσω. Σταθήκαμε κάπου ανάμεσα στο Σμολένσκ και τη Μόσχα. Εκεί
στήσαμε το νοσοκομείο μας και ριχτήκαμε στη δουλειά. -
Ο επικεφαλής της μονάδας φαινόταν άνθρωπος νευρωτικός, αλλοπρόσαλλος. Φώναζε
χωρίς λόγο. Όλα του φταίγανε.
Ωστόσο είχε φήμη ικανού χειρούργου.
Ο στρατός υποχωρούσε. Οι τραυματίες αναρίθμητοι. Ποιόν να πρωτοκοιτάξουμε;
Ξάφνου μάθαμε πως ο εχθρός μας κύκλωνε. Αναγκαστήκαμε να μετακινηθούμε.
Ακολουθήσαμε το στρατό μας στην υποχώρηση του, κάτω από το αδιάκοπο σφυροκόπημα
του γερμανικού πυροβολικού.
Τους τραυματίες τους μεταφέραμε με αυτοκίνητα και άμαξες. Τα χειρουργικά
εργαλεία και διάφορα άλλα αντικείμενα τα είχα με φορτωθεί στις πλάτες.
Κατορθώσαμε να ξεφύγουμε από τον εχθρικό κλοιό. Ξαναστήσαμε το νοσοκομείο μας,
για να το ξηλώσουμε πάλι μετά από λίγο. Αυτό έγινε πολλές φορές. και ξαφνικά, με
κατεπείγουσα διαταγή, αρχίσαμε να υποχωρούμε βιαστικά προς τ' ανατολικά.
Έφτασα στο έσχατο όριο ανθρώπινης αντοχής. Το σώμα εξουθενωμένο, η ψυχή παγωμένη
- ένιωθα να σβήνω, να χάνομαι, να τελειώνω... και όμως συνέχιζα να ζω.
Ολόγυρα καταστροφή, θάνατος, κραυγές, δάκρυα... και μέσα μου σκοτάδι, οδύνη,
φόβος. Έναν ολόκληρο μήνα έζησα σ' αυτή την κατάσταση.
Τις τελευταίες μέρες έριχνε συνέχεια βροχή και ψιλό χιόνι. Η γη λάσπωσε. Τα
πόδια μας κολλούσαν μέσα στη γλίνα. Μαρτύριο το κάθε βήμα. Ωστόσο προχωρούσαμε
ασταμάτητα προς τα μετόπισθεν, μεταφέροντας τους τραυματίες.
Βάδιζα πίσω από το νοσοκομειακό όχημα. Θαρρούσα πως ο ουρανός πάνω απ' το κεφάλι
μου ποτέ δεν θ' άνοιγε, ο ήλιος ποτέ πια δεν θα πρόβαλλε. Ο ουρανός, μολυβένιος
και βαρύς, είχε χαμηλώσει πολύ, είχε στενέψει τον κόσμο. Τα δέντρα, γυμνά και
μουσκεμένα, έμοιαζαν μ' ανθρώπινους σκελετούς που είχαν σηκωθεί από τα μνήματα
και παρακολουθούσαν παγερά τη βασανιστική πορεία μας.
Σταθήκαμε για μια μικρή ανάπαυλα.
Η σύντομη μέρα ήταν μουντή, σκοτεινή σαν μελαγχολικό σούρουπο, μια απλή παράταση
της νύχτας, που στη χειμωνιάτικη Ρωσία δεν έχει αρχή και τέλος. Με σφιγμένα τα
χείλη μα πιο σφιγμένες τις καρδιές, με τσακισμένα τα κορμιά μα πιο τσακισμένες
τις ψυχές, άλλοι καθισμένοι σε πέτρες και άλλοι πεσμένοι αλόγιαστα στη βρεγμένη
γη, ξανασάναμε για λίγα λεπτά.
Τα κανόνια βροντήξανε πάλι κάπου πίσω μας. Σηκωθήκαμε και συνεχίσαμε. Ο αχός της
μάχης τη μια μας πλησίαζε, την άλλη ξεμάκραινε. Κι εμείς όλο προχωρούσαμε,
παλεύοντας με την εξάντληση και τη λάσπη.
Δεν μπορούσα τίποτα να σκεφτώ. Το μυαλό μου είχε αδειάσει. Μόνο μια λέξη είχε
απομείνει μέσα μου, κι αυτήν επαναλάμβανα σε κάθε βήμα:
- Κύριε!... Κύριε!... Κύριε!...
Φτάσαμε σ' ένα χωριό. Πολλά σπίτια είχαν καταστραφεί απ' τους βομβαρδισμούς. Στα
γερά μοιράσαμε τους τραυματίες. Στο μεγαλύτερο εγκαταστήσαμε το χειρουργείο.
Το βροντοβόλημα ακούστηκε πιο κοντά. Άρχισαν να φέρνουν τραυματίες. Το
χειρουργείο δούλευε χωρίς διακοπή. Ο αρχιχειρούργος Συμεών Αντρέγιεβιτς,
σκελεθρωμένος και χλωμός, σαν ασκητής, έκανε τη μια επέμβαση μετά την άλλη, με
υπεράνθρωπο αγώνα και αξιοθαύμαστη υπομονή. Όρθια δίπλα του τον βοηθούσα σχεδόν
μηχανικά, παραδειγματισμένη απ' την αυτοθυσία του και αδιαφορώντας για τα
πρησμένα πόδια μου.
Θεέ μου, πόσοι τραυματίες!...
Έφεραν απ' το πεδίο της μάχης ένα νεαρό στρατιώτη βαριά τραυματισμένο. Ο
ανθυπολοχαγός, που τον συνόδευε, μας παρακαλούσε να τον κοιτάξουμε το
γρηγορότερο.
Ήταν σχεδόν παιδί, με όψη ευγενική και χαριτωμένη, σαν κοριτσίστικη. Απαλό
χνούδι κάλυπτε τα μαγουλά του. Τα μάτια του ήταν κλειστά και το πρόσωπο του
σουφρωμένο από τον πόνο.
Οι αδελφές νοσοκόμες άρχισαν να τον ξεντύνουν προσεκτικά. Πλησίασα κι εγώ. Ήταν
αναίσθητος. Είχε χτυπηθεί καίρια στην κοιλιά - ένας άμορφος πολτός από αίμα,
λάσπη, διαλυμένους ιστούς και κομματιασμένες σάρκες.
Ο αρχιχειρούργος αποφάνθηκε με μια ματιά.
- Δεν γίνεται τίποτα. Τέλος!
Γύρισε για να φύγει. Έκανα να τον ακολουθήσω, αλλά τη στιγμή εκείνη ο στρατιώτης
άνοιξε τα μάτια του και κάρφωσε το βλέμμα του στο δικό μου.
- Πεθαίνω, είπε αργά και καθαρά. Σας παρακαλώ, βγάλτε το σταυρό που έχω στην
πάνω δεξιά τσέπη του χιτωνίου μου. Σταυρώστε με... Μετά ακουμπήστε τον στο
στήθος μου. Το όνομα μου είναι Αλέξιος. Σας παρακαλώ...
Με κοίταζε ικετευτικά και πονεμένα.
Έβαλα το χέρι μου στην τσέπη του και βρήκα ένα μικρό σταυρουδάκι. Το πλησίασα
στα χείλη του για να το φιλήσει. Ύστερα τον σταύρωσα τρεις φορές, αναφωνώντας:
- Κύριε, παράλαβε την ψυχή του δούλου Σου Αλεξίου! Εις το όνομα του Πατρός και
του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Αμήν!
Ο Αλέξιος αναστέναξε βαθιά. Μάταια.
|
|