ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ
ΑΠΟ ΔΥΟ ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΣΕΡΒΟΥΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥΣ ΑΓΙΟΥΣ
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΗΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ ( 1979 )
ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΧΡΙΔΑΣ ΚΑΙ ΖΙΤΣΗΣ (1956)


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ. ΔΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΗ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ
« ΦΙΛΟΙ ΙΕΡΟΥ ΚΟΙΝΟΒΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ»
ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗ ΆΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΜΕΤΟΧΙΟ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΣΙΜΩΝΟΣ ΠΕΤΡΑΣ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ



Η ΘΕΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ Η –ΔΙΑΚΟΙΝΩΝΙΑ- ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΥ.
ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΙΟΥΣΤΙΝΟΥ ΠΟΠΟΒΙΤΣ 1979

Η διδασκαλία της Ορθοδόξου Εκκλησίας του Θεανθρώπου Χριστού, που διατυπώθηκε από τους αγίους Αποστόλους, από τους αγίους Πατέρες, από τίς αγίες, Συνόδους, γύρω από το θέμα των αιρετικών είναι ή έξης: οι αιρέσεις δεν είναι Εκκλησία, ούτε μπορούν να είναι Εκκλησία. Γι' αυτό δεν μπορούν οι αιρέσεις να έχουν τα αγία Μυστήρια, ιδιαίτερα το Μυστήριο της Ευχαριστίας, αυτό το Μυστήριο των Μυστηρίων. Γιατί ακριβώς ή θεία Ευχαριστία είναι το παν και τα πάντα στην Εκκλησία: δηλαδή είναι και ό ίδιος ό Θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς και ή ίδια ή Εκκλησία και γενικά κάθε τι που ανήκει στον Θεάνθρωπο.


Η «intercommunio», δηλαδή ή διακοινωνία με τους αιρετικούς στα αγία Μυστήρια, ιδιαιτέρως στη θεία Ευχαριστία, είναι ή πλέον αναίσχυντη προδοσία του Κυρίου Ιησού Χριστού, ή προδοσία του Ιούδα. Πρόκειται μάλιστα περί προδοσίας ολόκληρης της Εκκλησίας του Χριστού, της Εκκλησίας του Θεανθρώπου, της Εκκλησίας της Αποστολικής, της Εκκλησίας της Άγιοπατερικής, της Εκκλησίας της Αγιοπαραδοσιακής, της Εκκλησίας της Μιας και μοναδικής. Εδώ θα πρέπει να σταματήσει κάποιος τον χριστοποιημένο νου του και τη συνείδηση μπροστά σε μερικά αγία γεγονότα, αγία μηνύματα και αγίες εντολές.


Πρώτον, πρέπει να διερωτηθούμε σε πια έκκλησιολογία και σε πια θεολογία με θέμα την Εκκλησία θεμελιώνεται ή λεγόμενη «intercommunio»; Γιατί ολόκληρη ή Ορθόδοξη Θεολογία της Εκκλησίας γύρω από το θέμα της Εκκλησίας βασίζεται και θεμελιώνεται όχι στην intercommunio (δια-κοι-νωνια), αλλά στη θεανθρώπινη πραγματικότητα της communio δηλαδή στη θεανθρώπινη Κοινωνία ενώ ή έννοια intercommunio, διακοινωνία, είναι καθ' εαυτήν αντιφατική και ολότελα αδιανόητη για την Ορθόδοξη καθολική συνείδηση.


Το δεύτερο γεγονός, και μάλιστα ιερό γεγονός της Ορθόδοξου πίστεως, είναι το έξης: Στην Ορθόδοξη διδασκαλία για το θέμα της Εκκλησίας και των αγίων Μυστηρίων, το μόνο και το μοναδικό μυστήριο είναι ή ίδια ή Εκκλησία, το Σώμα του Θεανθρώπου Χριστού, ούτως ώστε αυτή να είναι και ή μόνη πηγή και το περιεχόμενο όλων των θείων Μυστηρίων. Έξω από αυτό το θεανθρώπινο και παμπεριεκτικό Μυστήριο της Εκκλησίας, το Παν-μυστήριο, δεν υπάρχουν ούτε μπορούν να .- υπάρχουν «μυστήρια»• επομένως, και ουδεμία διακοινωνία ( intercommunio ) υπάρχει στα Μυστήρια. Ως εκ τούτου μόνο μέσα στην Εκκλησία, στο μοναδικό τούτο Παν -μυστήριο του Χριστού, μπορεί να γίνει λόγος για τα Μυστήρια. Γιατί ή Εκκλησία ή Ορθόδοξη, καθώς είναι το Σώμα του Χριστού, είναι ή πηγή και το κριτήριο των Μυστηρίων και όχι το αντίθετο. Τα Μυστήρια δεν μπορούν να αναβιβάζονται πάνω από την Εκκλησία, ούτε να θεωρούνται έξω από το Σώμα της Εκκλησίας.


Ένεκα τούτου, σύμφωνα με το φρόνημα της Καθολικής του Χριστού Εκκλησίας και συμφωνά με ολόκληρη την Ορθόδοξη Παράδοση, ή Ορθόδοξη Εκκλησία δεν παραδέχεται την ύπαρξη άλλον μυστηρίων έξω άπ' αυτήν, ούτε τα θεωρεί ως μυστήρια, μέχρις ότου προσέλθει κάποιος με μετάνοια από την αιρετική «εκκλησία», δηλαδή ψευδοεκκλησία, στην Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού. Μέχρι τότε πού μένει κάποιος έξω από την Εκκλησία, χωρίς να έχει ενωθεί μαζί της δια της μετανοίας, μέχρι τότε αυτός είναι για την Εκκλησία αιρετικός και αναπόφευκτα βρίσκεται έξω από τη σωτηριώδη Κοινωνία = communio. Γιατί «τίς μετοχή δικαιοσύνη και ανομία; τίς δε κοινωνία φωτί προς σκότος;» (Β' Κορ. 6, 14).


Ό πρωτοκορυφαίος Απόστολος, με την εξουσία πού έλαβε από τον Θεάνθρωπο, δίνει εντολή: «Αιρετικόν ανθρωπον μετά μίαν και δευτέραν νουθεσίαν παραιτού: (Τίτ. 3, 10). Εκείνος, λοιπόν, ό όποιος, όχι μόνο δεν παραιτείται από τον «αιρετικό ανθρωπον» αλλά δίνει σ' αυτόν και τον ίδιο τον Κύριο την θεία Ευχαριστία, αυτός βρίσκεται στην αποστολική και θεανθρώπινη αγία πίστη; Επί πλέον ό αγαπημένος Μαθητής του Κυρίου Ιησού, Απόστολος της αγάπης, δίνει εντολή: άνθρωπο όποιος δεν πιστεύει στη σάρκωση του Χριστού κα δεν παραδέχεται την ευαγγελική γι' Αυτόν διδασκαλία ως Θεανθρώπου «μη λαμβάνετε αυτόν ει οίκίαν» (Β' Ίω. 1, 10).


Ό Κανόνας ΜΕ' των αγίων Αποστόλων βροντοφωνεί: «Επίσκοπος ή πρεσβύτερος η διάκονος αιρετικοίς συνευξάμενος μόνον, αφοριζέσθω• ει δε επέτρεψεν αυτοίς, ως κληρικοίς ενεργήσαί τι, καθαιρείσθω» (Πρβλ. Κανόνα ΛΓ' της εν Λαοδικεία Συνόδου). Ή εντολή αυτή είναι σαφής, ακόμη και για τη συνείδηση του κουνουπιού. Δεν είναι έτσι;


Ό Κανόνας ΞΔ' των αγίων Αποστόλων διατάζει: «Ει τις κληρικός ή λαϊκός είσέλθη εις συναγωγήν Ιουδαίων ή αιρετικών, προσεύξασθαι, και καθαιρείσθω και αφοριζέσθω». Και τούτο ειναι σαφέστατο και γιο την πλέον πρωτόγονη συνείδηση.


Ό Κανόνας Μς' των αγίων Αποστόλων!.«Επίσκοπον ή πρεσβύτερον αιρετικών δεξαμένους βάπτισμα ή θυσίαν καθαιρείσθαι προστάττομεν. Τίς γαρ συμφώνησις Χριστώ προς Βελίαρ; ή τίς μερίς πιστώ μετά απίστου;».

Είναι οφθαλμοφανές και για τους αόμματους ότι ή εντολή αυτή ορίζει κατηγορηματικά ότι δεν πρέπει να αναγνωρίζουμε στους αιρετικούς κανένα άγιο Μυστήριο και ότι αυτά πρέπει να τα θεωρούμε ως άκυρα και χωρίς θεία Χάρη.


(Από το βιβλίο «Η ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ Ο ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΣΜΟΣ», σελ. 228-231. Στο κείμενο έγινε γραμματική και πιστή γλωσσική απλοποίηση).

 

 

 

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ