Οι γενιές που θρέφουν αγίους



Του αρχιμανδρίτη ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ της Ιεράς Μονής Δοχειαρείου Αγίου Όρους. Αναμνήσεις του στα παιδικά του χρόνια στην νήσο Πάρο.


α') ΛΙΤΑΝΕΙΕΣ
Οί λιτανείες των αγίων εικόνων ήταν πάρα πολλές φορές το χρόνο. Τις είχαν σε μεγάλη ευλάβεια, το ζούσαν ως αγιασμό του χωρίου. Αν προσπαθούσε κάποιος γεροπαπάς, εξ αίτιας καιρικών συνθηκών, κάποια να περικόψει, οί διαμαρτυρίες του κόσμου ήταν σκληρές.
Η λιτανεία του Πάσχα και ό τρόπος που γίνεται έχει μοναστηριακή επίδραση. Πρώτα λιτανεύουνε την Ανάσταση κι έπειτα εισέρχονται στον Εσπερινό της Αγάπης. Φαίνεται πώς ιερομόναχοι, που έζησαν στον Άθωνα, μετέφεραν την παράδοση αυτή. Δίνουν τόση σημασία στη λιτανεία, ώστε και τους νεκρούς πρώτα θα τους λιτανεύουνε σ' όλο το χωριό με όλα τα εξαρτήματα της λιτανείας (σταυρό, φανάρια, εξαπτέρυγα) κι έπειτα θα τους ψάλουνε στην Εκκλησία. Ή λιτανεία ήταν ζωντανή συμμετοχή όλων των ανθρώπων, και των αρρώστων και των γερόντων. Αφού κι αυτοί στέκονταν στο κατώφλι του σπιτιού τους, να προσκυνήσουνε την εικόνα. Οί νοικοκυρές προέτρεχαν διακριτικά της λιτανείας, για να αφήσουν το λιβανιστήρι στην πεζούλα της αυλής, να λιβανίσει τον Άγιο που θα περάσει. Ήταν όλα ζωντανά, Αφού και τα λιβανιστήρια, χωρίς να τα κρατά χέρι, λιβάνιζαν εικόνες.

β') ΙΕΡΕΣ ΠΑΝΗΓΥΡΕΙΣ
Είχαμε πολλά πανηγυράκια, σχεδόν όλο το χρόνο • δεν περνούσε μήνας ανέορτος. Στολίζαμε τα εκκλησάκια, τις εικόνες και τους πολυελέους με μύρτα και βασιλικά. Στις εξώθυρες κάναμε στεφάνια, στρώναμε μυρτιές στο δάπεδο καί, όταν ή Εκκλησία μοσχομύριζε, χτυπούσανε οί βενετσιάνικες καμπάνες για τον Εσπερινό. Τα πανηγύρια αυτά ήταν ή χαρά μας. Πρόσφορα κι αρτοκλασίες ήταν τα δώρα των πιστών που γιόρταζαν ή είχαν τάματα. Το αποκορύφωμα της χαράς μας ήταν να δούμε στο πανηγύρι μας τους Γέροντες της Μονής να ψάλλουνε, να λειτουργούνε και να κηρύττουνε. Το Μοναστήρι πάντα κοντά μας, κι εμείς το βάζαμε στην καρδιά μας.


Είχαμε και τα προσκυνήματά μας. Την προετοιμασία την έκανε ή μάννα. Ζύμωνε πρόσφορα και άρτους. Έπλαθε κεριά κι έβαζε λάδι στο δοχείο. Κι αυτό δεν ήταν κάποιο ιδιαίτερο τάμα, ήταν ή βασική υποχρέωση του προσκυνητού. Χωρίς να λείπουν και τα φιλέματα των διακονητών του προσκυνήματος. Τώρα στο Αγιον Όρος κάποιοι προσκυνητές μόνο καφέ και λουκούμια για το αρχονταρίκι φέρνουν. Για την Εκκλησιά τίποτα. Σπάνια να δεις προσκυνητή με κερί και λάδι. Ό σημερινός προσκυνητής, μάλλον περιηγητής, με μια φωτογραφική μηχανή στο λαιμό του γυρίζει τα Μοναστήρια. Πίσω από κάθε προσκυνητή, που βαστάζει τα δώρα για το Θεό, υπάρχει μια μάννα ευσεβής. Ή μάννα μου, όταν βγαίναμε στην εξοχή, μόνιμα είχε στην τσέπη της ποδιάς της το μπουκάλι το λάδι, ν' ανάψει τα καντήλια στα ξωκλήσια που θα διαβαίναμε.
Κι έλεγε: Δώσε λίγα στο Θεό, για να τα έχεις όλα. Κι ακόμα: Το προσκύνημα θέλει προετοιμασία. Αν δεν είχε κάνει, έλεγε: Δεν είμαι έτοιμη. Όπως λάχει, δε διαβαίνουμε το κατώφλι της Εκκλησιάς. Παλιά στα προσκυνήματα υπήρχε , ή αίτηση «υπέρ των ευσεβών και ορθοδόξων προσκυνητών».

Σήμερα τι λέμε;
Στα πανηγυράκια υπήρχε μία συνήθεια, που δεν τη βρήκα πουθενά, όπου και να γύρισα. Στο τέλος της Θείας Λειτουργίας είχαμε τα λεγόμενα μεράσματα. Έξω από την Εκκλησία του εορταζόμενου Αγίου οι πιστοί κρατούσανε καλάθια περιποιημένα, που είχανε μέσα ότι διέθετε ό πτωχός νησιώτης. Μέσα σε ευπρεπισμένη άσπρη πετσέτα υπήρχαν σύκα, παξιμάδια και γλυκά. Κρατώντας τα φώναζαν έξω φωνή, εκ βαθέων: -Πάρε, να σχωρέσης το μακαρίτη τον τάδε (συνήθως άκουγες τα παρατσούκλια). Κι όλος ό κόσμος έπαιρνε κι έλεγε το Θεός σχωρέσ' τον, κι ήτανε ένα θέαμα κι ένα άκουσμα εξαίσιο - ένωση ουρανού και γης. Ήτανε πραγματικά όλοι οί πεθαμένοι ανάμεσα μας με ζωντανή παρουσία που μένει αλησμόνητη. Ένας ξένος είπε κάποτε: -Σ' αυτό το χωριό κανείς ποτέ δεν πεθαίνει. Μάλιστα, όταν ήθελαν να χαρακτηρίσουν αρνητικά κάποιον, έλεγαν: -Αυτός ένα μέρασμα δεν έβαλε ποτέ για τους γονείς του. Τι περιμένεις;


Την Κυριακή τη βιώνανε ως το εβδομαδιαίο Πάσχα, όπως ακριβώς τους το δίδαξαν οί άγιοι Κολλυβάδες. Καθάριζαν τα σπίτια τους, άσπριζαν τις αυλές τους, σα να ήταν Πάσχα. Καθαρή κολλυβάδικη επίδραση. Ή γιαγιά την Κυριακή φώναζε το πρωί: -Σηκωθείτε, πρέπει να πάμε νωρίς στην Εκκλησία, να ακούσουμε τον Εξάψαλμο. Χριστιανός που δεν ακούει επί τρεις συνεχείς Κυριακές τον Εξάψαλμο, αφορίζεται. Στην ανάγνωση του Εξάψαλμου όλοι στέκονταν ευλαβικά με ένα ελαφρό σκύψιμο της κεφαλής και τα χέρια ανοιχτά σε στάση δεήσεως. Ούτε ή παραμικρή κίνηση δεν επιτρεπόταν. Ήταν ώρα φοβερή. Είχαν βεβαία την πίστη πώς προσμένουν τη Δευτέρα Παρουσία. Τώρα ακόμα και θεολόγοι κάθονται και πολλοί παπάδες «παίρνουν καιρό», για να λειτουργήσουνε.

Σιγά-σιγά πάει να χαθεί το ιεροτελεστικό του Εξάψαλμου μαζί με τη θεολογία του.


Διέκριναν τις γιορτές και τις χαρακτήριζαν σα να ήταν θεολόγοι. Τα Θεοφάνια και το Πάσχα ήταν το ίδιο. Ήταν οί κορυφές των θείων εορτών, που κανείς δεν έπρεπε να λείπει από την Εκκλησία. Ή γιορτή της θείας Μεταμορφώσεως ήταν μέρα, που οι αθώοι και καλοί χριστιανοί έβλεπαν το φως της θείας Μεταμορφώσεως. Κανείς δεν έσπερνε, αν δε λειτουργούσε σπόρο, που τον ευλογούσε ό παπάς. Κανείς δεν έτρωγε σταφύλια, πριν τα ευλογήσει ο παπάς στην Εκκλησία. Κανείς βοσκός δεν έφτιαχνε τυρί της θείας Αναλήψεως. Όλο το γάλα το μοίραζε στον κόσμο, για να ευλογηθεί ή ποίμνη του. Κανείς δεν έτρωγε ψωμί τα Φώτα, αν δεν περνούσε ό παπάς να το φωτίσει κι έτσι να γίνει το λεγόμενο «φωτόψωμο».


Συνεχίζετε…………..



Περιοδικό Σπίθα –Ιανουάριος 2005.

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ